3 και σήμερα!

April 28th, 2010

Ανάσα, χτυπός, χρόνος, κεραυνός, πουγκί πάνω από τα μαλλιά μου να χύνει, να απλώνει, να αδειάζει…

Τι στιγμές έχω ζήσει! Τι στάλες μάζεψα σε τούτη τη ζωή, μέχρι τώρα. Τι πεταλούδες έπιασα στον ύπνο και στον ξύπνιο μου με τα μελωμένα μου δάχτυλα να κολλάνε και να ζητάνε!

Πλησιάζει η μεγάλη ώρα. Η ώρα που θα μεγαλώσω κι επίσημα “λίγο” ακόμη. Πιο κοντά προς μια αντίστροφη μέτρηση. Εκείνη του χρόνου, που δε σηκώνει. Μα γέρνει!

Πρωτομαγιά. Το λέω κι αστράφτω ολόκληρη σαν καθρέφτης που στέκει κόντρα στο φως.

Πρωτομαγιά είμαι! ναι!

Πηγή εικόνας: sordello-jazz.deviantart.com

Άσβηστο κεράκι – 6 και σήμερα!

April 25th, 2010

Πόσο με καταπραΰνει αυτό το απλούστατο πράγμα: η συζήτηση με ανθρώπους και κυρίως με πλάσματα που είναι σε θέση να μιλήσουν, να ακούσουν, να πουν, να δώσουν και να πάρουν ό,τι σταγόνα ζουμερή και γλυκιά κρέμεται από τη συζήτηση. Να μιλήσουν πραγματικά!

Μόλις μίλησα με ένα τέτοιο πλάσμα. Που ανεβαίνει τη σκάλα την αέρινη, κάθεται σε ένα θρόνο στενά φορεμένο κι αφουγκράζεται από κει πάνω ό,τι άσπιλο υπάρχει. Είτε επαναλαμβάνεται είτε πρωτοσυμβαίνει. Όμορφο.

Απόψε λοιπόν, συνομίλησα με ένα τέτοιο, σπάνιο πλάσμα. Του είπα ό,τι έχω, ότι σκέφτομαι, ό,τι γλιστρά από τη γλώσσα μου. Και πήρα πίσω πολλά… Μα κυρίως όχι συμβουλές, αλλά ανακούφιση και γαλήνη.

Κοίτα που την έχω ανάγκη την αναθεματισμένη. Έστω για λίγο, τόσο δα σύντομα.

Φου… σβήνω κερί και μετρώ… Κοίτα που πλησιάζει. Μα δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Στάσου! Τα γενέθλιά μου πλησιάζουν αφόρητα κοντά και φέτος. Μου την έσκασες ε? Κάτσε να σκουπίσω με την τρίχινη τη σκούπα, την κοντή, για να σε υποδεχτώ. Σκυφτή, γαληνεμένη, πράα, ελαφριά.

P.S. Καλή μας βδομάδα! Shhhh… τέλεια θα είναι, σταμάτα.

Πηγή εικόνας: sharina.deviantart.com

Διαδηλώνοντας στο… πουθενά (εκεί ζω)

April 22nd, 2010

Έβαλες εσύ τον κωλάρα σου στο πεζοδρόμιο από τις 07:50, που αν δεν απατώμαι είναι ακόμη ώρα κοινής ησυχίας παρακαλώ, πήρες την ντουντούκα, έστρωσες το ψευτο-χαρτάκι, κρέμασες το πανό μέσα από δύο στήλους, μοίρασες και πέντε flyer, έκλεισες και την είσοδο προς το  σούπερ μάρκετ με τελείως “έτσι θέλω!” τακτική και… γέμισες τον τόπο με συνθήματα ανά μία ώρα. Σαν τον κούκο δηλαδή.

Ήθελα να ήξερα, τα μαλακισμένα απέναντι από το σπίτι μου, ηλικίας 19-24, που εναλλάσσουν βάρδιες γελοιωδώς μεταξύ τους, που από τις 07:50 μέχρι τις 19:00 χτες ήταν απέναντι και ανά μία ώρα, ακόμη και μεσημεριάτικα, έσκουζαν κάτι ανύπαρκτα, είναι τελείως βλαμμένα; Τουλάχιστον πληρώνονται για να με ενοχλούν;

Ρε συ Αλέκα… πάμε καλά ρε; Θέλετε να περάσετε το μήνυμά σας, και βρήκατε να ‘ρθείτε και να τη στήσετε στην Πατησίων απέναντι από το…. πουθενά; Εδώ δεν έχει, αν δεν σου τα έχουν πει, ούτε υπουργεία, ούτε υφυπουργεία, ούτε σπίτια πολιτικών και γραμματέων, ούτε και θα περάσει κανείς επίσημος για την επόμενη δεκαεία!

Τι τη στήσατε εδώ ρε; Για να ενοχλήσετε όσους δουλεύουν, όσους κοιμούνται, όσους ζουν; Λίγοι μας ενοχλούν και ήρθατε κι εσείς; Άσε που τη στήσανε έξω από ένα σούπερ μάρκετ της συμφοράς και δεν αφήνουν τον κοσμάκη να μπει, να δουλέψει, να ψωνίσει! Η μεγάλη πλάκα δε είναι, ότι με τον άντρα βάζαμε στοίχημα ότι θα έχουν κάνει “κόμμα” με τους Πακιστανούς που αραδιάζουν τα πανέρια τους απέναντι κι ότι θα είναι η… χαρά και η αλληλεγγύη του ναύτη!

Διαψεύστηκες φίλε μου! Γιατί οι Πακιστανοί λίγο εκτίμησαν τα 25 μαλακισμένα του ΚΚΕ που την έστησαν στο φαρδύ πεζοδρόμιο της Πατησίων. Το μόνο που αντιλήφθηκαν από αυτή τη μικρή “φιέστα”, είναι ότι εξαιτίας των βλαμμένων, έχασαν το μεροκάματό τους. Κι αυτοί! Όπως κι εγώ δηλαδή… Πάλι!

Γιατί δεν είχαν που να στήσουν τα πανέρια. Οι ΚΚΕδες τους είχαν πάρει τη θέση, βλέπεις. Κι αφού απηύδησαν οι Πακιστανοί, τσακώθηκαν το απόγευμα χτες με τους “διαδηλωτές” που μάχονται για το ψωμί, την ασφάλιση και τη δουλίτσα μου/σου/του και τους είπαν να πάνε από κει που ήρθαν! Αμέ! Τους είπαν να φύγουν! Οι Πακιστανοί στους ΚΚΕδες.

Κι αυτό έκαναν δηλαδή οι άνθρωποι… Μόνο που ήρθαν και σήμερα! Απρόσκλητοι πάλι. Και τη στήσαν ξανά απέναντι. Έξω από το σούπερ μάρκετ. Ακατανόητα πράγματα.

Κανείς δεν έδωσε μάχη για μένα όταν έχασα τη δική μου δουλειά. Όταν μου φέρθηκαν σκάρτα. Όταν έκλεισε η εφημερίδα που έκανε την αρπαχτή της, χωρίς καν να τηρήσει τα προσχήματα. Φυσικά, κανείς δεν έκαψε την Αθήνα κι όταν τινάχτηκε στον αέρα και ο 15χρονος Αφγανός. Πακιστανός; Να με συμπαθάς. Τι άκουσα; Ο μπαμπάς του έρχεται στο “Κυριακάτικο Παζάρι” και πουλάει πραμάτεια για να ζήσει την οικογένειά του… Αλήθεια, γνωρίζεις ποιο είναι αυτό το περιβόητο, εξωτικής ονομασίας, Κυριακάτικο Παζάρι;;; Είναι το πανερο-πάζαρο, το άναρχο, το χύμα, το “τη στήνω έξω από το μαγαζί σου μαλάκα μαγαζάτορα”, που πραγματοποιείται στα φαρδιά-πλατειά πεζοδρόμια της Πατησίων! Περίμενες κάτι άλλο; Κάτι πιο… exotic; Θα σε απογοητεύσω.

Τα βλαμμένα από απέναντι μπορούν να φύγουν; Ρε Αλέκα, αν θέλετε τόσο να ενοχλήσετε, είναι λίγο γελοίο να ενοχλείτε αυτούς που σας στηρίζουν, δε νομίζεις; Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να βρείτε πού μένουν όλοι αυτοί, που κατά καιρούς τους βάζουν βόμβες κι άλλα χαριτωμένα. Εκεί να τους στείλεις! Γιατί από εδώ… ούτε το Alter δεν περνάει!

anarchy1.jpg

Και στην επόμενη ζωή…

April 15th, 2010

Το ένστικτό μου δεν είναι πια τόσο καλοκουρδισμένο όσο ήταν για όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου. Και αιστάνομαι σα να μην έχω εκείνη τη μαγική ικανότητα να διαβλέπω, να καταλαβαίνω, να ερμηνεύω. Κάτι μου λείπει. Ναι, μου λείπει πολύ είναι η αλήθεια, γιατί στηριζόμουν πάντα στο ένστικτό μου. Πάντα.

Τα τελευταία χρόνια λοιπόν φοβάμαι μη χάσω τους γονείς μου. Δεν είναι ότι μεγαλώνουν. Ότι γερνάνε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια όσο κι αν δε μ’αρέσει. Δεν είναι όμως αυτό. Γιατί δεν είναι τόσο μεγάλοι, μη φανταστείς. Δεν είναι ότι φοβάμαι μην τους χάσω. Αν και όντως φοβάμαι. Έχουμε μια δυνατή σχέση, αν και πολύπλοκη και έντονη τον περισσότερο καιρό.

Είναι όμως ότι το ένστικτό μου έλεγε πως κάτι θα χάσω που αγαπώ πολύ. Και τρόμαζα. Όμως δε συνέβη. Ευτυχώς. Ευτυχώς! Φυσικά και θα συμβεί. Κάποτε. Ας είναι κάποτε…

Οι γονείς μου γύρισαν από την Ιαπωνία. Wow, ναι! Κάθε μέρα, όλο αυτό το διάστημα που έλειπαν, κοιτούσα ψηλά στο συννεφάκι μου κι έλεγα: “Οι γονείς μου είναι στην Ιαπωνία” και έσκαγα ένα τρελό χαμόγελο. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη. Επέστρεψαν. Μου έλειψαν και θα τους δω σήμερα, επιτέλους!

Αυτό που θέλω να πω είναι το εξής. Αν και ξέρω ότι δε θα το διαβάσουν ποτέ. Γιατί φυσικά δε με διαβάζουν. Πριν το πω, να σου εκμυστηρευτώ πως σήμερα, νωρίτερα, σκεφτόμουν ότι η μάμα μου δε μου έχει ζητήσει ποτέ της τίποτα. Δεν ξέρω πώς προσγειώθηκε αυτή η σκέψη στη φωλιά του μυαλού μου, αλλά για κάποιο λόγο ξεπήδησε μέσα από τη φουσκίτσα της. Όντως. Θυμάμαι μόνο πριν λίγα χρόνια που μου ζήτησε να πεταχτώ σε έναν ορειβατικό σύλλογο στα Εξάρχεια, όπου ζούσα, για να πληρώσω για μια εκδρομή που θα πήγαινε. Αυτό. Δε θυμάμαι κάτι άλλο. Ποτέ…

Τις τελευταίες 4 ώρες έκατσα και δούλεψα πάνω στο βιβλίο του πελάτη μου. Το τελείωσα!!! Το είχα βάλει στόχο. Και μετά είδα στο ψηφιακό γραφτήρι μου, το AC/Ryan το τελευταίο επεισόδιο της σειράς “Lipstick Jungle”. Μ’αρέσει. Δεν έχει καμία σχέση με το βλαμμένο “Sex & the City”. Εδώ τα πράγματα είναι προσγειωμένα και όχι επιχρυσωμένα… Και τώρα είπα να μπω και να σου γράψω.

Να σου πω ότι…

Μακάρι και στην επόμενη ζωή να σε έχω μάνα μου! Θα είναι τιμή μου, ειλικρινά.

Και μακάρι και στην επόμενη ζωή να σε έχω πατέρα μου. Θα είμαι ιδιαίτερη τυχερή αν συμβεί αυτό.

Όπως μακάρι και στην επόμενη ζωή να έχω τη Βούλα πεθερά μου (κλείσαμε 2 μήνες σήμερα). Αλλά να έχουμε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας. Ίσως αυτός ο χρόνος απλώς να μας κάνει να μισηθούμε τελικά. Αλλά αξίζει τον κόπο. Τις αγκαλιές που θα σου δώσω, αιστανόμενη κάθε φορά ότι τις χρειάζεσαι!

Λοιπόν κοίτα. Ξέρω ότι δε θα με διαβάσεις ποτέ. Λίγο με νοιάζει αυτό. Απλώς ήθελα να σου το πω, εντάξει; Να το γράψω εδώ μέσα.

Σε θέλω μάνα μου και στην επόμενη ζωή. Οκ? (υποσχέσου…)

Πηγή εικόνας: lostinlight666.deviantart.com

Καίγεται η ζωή σου…

April 9th, 2010

Κάτι καίγεται. Κάθομαι στο σαλόνι και χαζεύω διάφορες εκπομπές που έγραψα πρόσφατα στο AC/Ryan. Και ξαφνικά το σπίτι γεμίζει χαλασμένη, καμένη μυρωδιά.

Πετάγομαι στο μπαλκόνι και βλέπω καπνούς να διαγράφονται μέσα στη λάμπα της ΔΕΗ. Σκέφτομαι να πάρω τηλέφωνο την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Κοιτάζω τριγύρω. Από που προέρχεται;

Μέσα σε 2-3 λεπτά εμφανίζεται 1 περιπολικό κι αμέσως μετά άλλα δύο. Πυροσβεστικό ακόμη πουθενά. Θα το έχουν ειδοποιήσει όμως, δεν μπορεί. Από που προέρχεται η φωτιά; Ακόμη δεν ξέρω. Κάπου στα αριστερά μου. Προς τη δική μου μεριά.

Μέσα σε 5 λεπτά έρχονται 2 πυροσβεστικά οχήματα. Βλέπω που σταθμεύουν. Είναι το επιπλοποιείο παρακάτω; Μήπως τα γραφεία της ΕΛΜΗ; Σε λίγο καταφτάνει και τρίτο πυροσβεστικό.

Πολύς καπνός. Ακόμη περισσότερος τώρα. Και μυρίζει έντονα, ακόμη και με τα πάντα κλειστά. Σαν πλαστικό να καίγεται. Σα διάφορα υλικά…Τι σκατά.

Ευτυχώς έχω βάλει το Μάτι μέσα. Κι ευτυχώς ο άντρας κοιμάται και δεν έχει πάρει χαμπάρι. Τι σκατά?!

Πριν μερικά χρόνια σιχτίριζα για τη δουλειά, για τα ταλέντα μου που πήγαιναν χαμένα, για το μισθό μου που σε καμία των περιπτώσεων δε μου άξιζε. Σιχτίριζα τον κάθε χαμένο, απατεώνα (και όχι απατεωνίσκο) εκδότη που έκανε την αρπαχτή του κι εγώ βρισκόμουν κάπου εκεί μπλεγμένη. Σε ένα κλείσιμο εφημερίδας, σε μια μαλακισμένη συμπεριφορά, σε έναν ψωνισμένο πλην όμως ατάλαντο βοηθό εκδότη που όριζε… Και σιχτίριζα την επαγγελματική μου τύχη. Την ταλαιπωρία που έζησα ανάμεσα και στις καλές στιγμές.

Ήταν στιγμές όμως.

Και τώρα. Να φεύγουμε για Πάσχα και να μένουν κάποιοι πίσω για να “φυλάνε τα Πατήσια. Μη μας τα πάρουν”. Πες το ψέματα. Μας τα έχουν “πάρει” όμως προ πολλού.

Βόμβες τριγύρω, δολοφονίες παρακάτω, μαχαιρώματα στη γωνία, πυρκαγιά μια ανάσα μακριά… Λες και βρεθήκαμε στο μάτι του κυκλώνα χωρίς να το έχουμε ζητήσει. Και χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει.

Τι λέτε ρε… Θα με διώξετε από τη χώρα μου γαμώτο; ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΩ ΝΑ ΖΗΣΩ. Γιατί αν εξαρτιόταν από μένα, θα είχα φύγει προ πολλού από δω “μέσα”. Αϊ σιχτίρ!

Όχι πως είναι “ελληνικά” τα Πατήσια δηλαδή. Μη χεστούμε. Πού το είδες! Είδες εσύ Έλληνα; Τους μέτρησες κιόλας? Τόσοι λίγοι ε…?

E λοιπόν θα το πάρω από τη μαυρίλα του το πράγμα: Δεν πρόκειται να ξαναφτιάξουν τα πράγματα. Εάν δε βαρέσει στ’αλήθεια διάλυση η γΕλλαδίτσα μας, να πατώσει πιο κάτω κι από την άμμο, ώστε να φύγουν όσοι πρέπει να φύγουν μια και δε θα έχουν να τα κονομήσουν πια εδώ, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι.

Όσο αιστάνονται ότι είμαστε μια μικρή γη Επαγγελίας, εδώ θα μένουν. Πρέπει να πατώσουμε στα αλήθεια. Να βγούμε στην ξηρά ακόμη κι εμείς οι Έλληνες. Ποιος τα λέει αυτά, εγώ… Χα. Που μέχρι να έρθω στα Πατήσια, ήμουν υπέρ της αλλοδαπίας.

Ρε φίλε, πες μου που να πάω να ζήσω; Και γιατί να πρέπει να αφήσω αυτό το σπίτι; Που το νοικιάζω, που το αγόρασα, που το κληρονόμησα; Γιατί να μην μπορώ να περπατήσω τη βόλτα μου όταν πέσει ο ήλιος; Γιατί να μην μπορώ να φερθώ όπως αιστάνομαι, να ντυθώ όπως είμαι, να κρατώ τη ζωή μου; Ε?!!!

fire.jpg

Χρόνια πολλά – Το 28ο κλειδί

April 4th, 2010

Τρελαίνομαι για βεγγαλικά. Την ώρα που ψιχαλίζουν τις σύντομες λάμψεις τους πάνω από το κεφάλι μου, νιώθω να με σκεπάζουν με απίστευτη ενέργεια, αυτά τα χρωματιστά μανιτάρια. Είμαι Χαλκιδική και φέτος, οι πολύχρωμες αστραπές δεν διήρκησαν πολύ. Ακολούθησε και αυτή η χαρά την οικονομική κρίση φαίνεται.

Είμαι στο οικογενειακό σπίτι με τον άντρα, τον μπαμπά του, τον αδελφό του και τη γυναίκα που μόλις πριν ένα μήνα παντρεύτηκε. Από τη Μαλαισία. Για την κάρτα… Παράξενο ζευγάρι. Αγενές και θρασύ μαζί. Τον κοιτάζω και μετά τον άντρα, ψάχνω να βρω πώς μπορεί αυτοί οι δυο να είναι αδέλφια και σταυροκοπιέμαι. Ευτυχώς. Διάλεξα το σωστό αδελφό: )))

Λερώνω το τραπεζομάντιλο με τσίπουρο και μελετάμε τη Βούλα. Για εκείνη έπεσε, για να γευτεί κι εκείνη τα γράδα, που καίνε τον ουρανίσκο…

Είμαι Χαλκιδική για Πάσχα. Για τον μπαμπά του άντρα. Για τη μικρή οικογένεια. Πως είναι η Μικρή Ιταλία; Αύριο ψήνουμε κατσίκι. Θα το ζήσω και αυτό. Ένα τεράστιο τραπέζωμα θα στηθεί στο κτήμα, πάνω στο γκαζόν, δίπλα στις ελιές, γύρω από τις γάτες, τα λουλούδια και τις πεταλούδες.

Το ζώο θα στροβιλιστεί τόσες φορές μέχρι να ζαλιστεί. Ο κόσμος θα χαρεί με τις μυρωδιές του λίπους και της τσίκνας. Το κρασί θα ευφράνει τις ανυπόμονες καρδιές και θα κολλήσει μουστάκια στις γραμμές των χειλιών, χαμόγελα.

Το 28ο κλειδί ήρθε. Η μπλογκόσφαιρά μου, αυτή η αδυσώπητη, αόρατη σφαίρα μου που μιλά μόνο για μένα, για τα δικά μου κλειδιά, για τους δικούς μου καπνούς, έκλεισε τους 28 μήνες εδώ, τριγύρω σου.

Χρόνια μου πολλά. Θα στο σπάσω το αβγό, θα δεις!

Πηγή εικόνας: snopprinses.deviantart.com

Ξαναζώντας το Θάνατο

March 16th, 2010

Χτες έκλεισε ο ένας μήνας. Δεν ξέρω γιατί… αιστάνομαι σα να έχει περάσει πολύς περισσότερος χρόνος από τότε…

Ένα τόσο φωτεινό κερί έσβησε. Συνεχίζω να το σκέφτομαι, να το θυμάμαι αναμμένο, να φεγγοβολά στη ζωή μου, σε μπλεγμένες στιγμές.

Παρόλα αυτά, εκείνη τη στιγμή που η ανάσα από μέσα του πέταξε, τη θυμάμαι σαν κάτι πιο μακρινό. Όχι απωθημένο… Δεν το απωθώ. Το κρατώ. Το φυλάω.

Τι σημαίνει αυτό όμως; Ότι το έθαψα πιο βαθειά από ό,τι… πρέπει; Ότι έσκαψα και το έριξα πιο μέσα; Ότι αφήνω το σχοινί του λίγο-λίγο;

Ή απλώς ότι “επέτρεψα” στις ακτίνες της ζωής να εισχωρήσουν παραπάνω από ό,τι συνήθως;

Ε;

Πηγή εικόνας: alextooth.deviantart.com

Ταινίες-τραπουλόχαρτα…

March 7th, 2010

Off with his head NOW!… αυτή είναι η κόκκινη βασίλισσα Vs την άσπρη. Κι εγώ πήγα. Γιατί τσιμπάω τρελά με τα παραμύθια, τα λευκά. Αλλά δε μου άρεσε. Πρώτη φορά που δε με τρέλανε ο μεσιέ Burton.

Γλυκάθηκα με την 3D version, απόλαυσα αρκετά γραφικά, κίνηση, κυρίως κοστούμια και σκηνικά. Αλλά με την ιστορία… Μα την ξέρω. Και την κράτησε. Πιστά, πολύ πιστά. Αλλά δεν την απογείωσε. Δεν έκανε το παραμύθι ακόμη πιο παραμυθένιο. Δεν ήταν “πιο μεγάλος τώρα που μεγάλωσε”, δεν είχε περισσοτεροσύνη”!

Ήταν απλώς ένα εύληπτο παραμύθι, με πολύχρωμες τρισδιάστατες σελίδες, ένα ζωντανό βιβλίο…

Αυτό.

Κρίμα, πολύ κρίμα.

Α, ο Johnny Depp κλασικός, μια πετυχημένη καρικατούρα που πουλάει υφάκι και τρέλα. Καλός πάντα. Η μαντάμ Carter τρελή και παλαβή σε όρια εξουθένωσης και λίγο πριν την παράνοια, ευτυχώς μαζεμένη, πάντα εξαιρετική φιγούρα. Η Anne Hathaway δε μου άρεσε, ήταν παιδική η “υποκριτική” της, που δεν απαιτούσε και τίποτα το εξεζητημένο. Η δε πρωταγωνίστρια, η Mia Wasikowska, την οποία δεν έχω δει κάπου καλού, ήταν πολύ καλή και με προοπτικές θαρρώ.

Όχι, αν το ξανασκεφτόμουν, δεν θα το έβλεπα με τίποτα σε προβολή της 11ης νυχτερινής. Τι με έπιασε, ούτε σε θρίλερ να πήγαινα. Κάτι σε Κυριακάτικο απογευματινό και όχι κατ’ανάγκη 3D, του ταιριάζει πολύ περισσότερο.

Είδα και Avatar. Πάει λίγος καιρός. Το απόλαυσα ιδιαιτέρως, αν και δεν το περίμενα. Για τον άντρα πήγαμε, ο οποίος απογοητεύτηκε. Έχω γίνει φαν του τρισδιάστατου τελικά κι ας χαλάει το πράσινο μάτι μου πίσω από το κακοφτιαγμένο, πλαστικό γυαλί. Δε με συνεπήρε φυσικά το στόρι, που είναι… love και τελείως παιδικό ή προβλέψιμο, αλλά με καθήλωσαν τα γραφικά, η πρωτοτυπία εδώ και οι χαρακτήρες.

Είδα και το μωρό μου: Robert Downey Θεός Junior! Ο Sherlock Holmes ξαναχτυπά. Ρόλος κομμένος και ραμμένος για τον Robert, που εδώ -υποθέτω ακολουθώντας τη σκηνοθετική οδηγία- δεν έδωσε την παράνοια, την ακρότητα και την υπερβολή που χαρακτηρίζει τον Downey και τα έχει εύκολα. Έχω δει τον εξαίρετο Jeremy Brett να ενσαρκώνει τόσο τέλεια τον Holmes, που να γίνεται ένα με το ρόλο κι έχω διαβάσει ότι είχε τόσο ταυτιστεί, ώστε συνέχιζε και στην πραγματική του ζωή τα χούγια του ντετέκτιβ (βλέπε όπιο κλπ.). Αλλά ο Downey σε ένα έργο που ούτως ή άλλως διακωμωδεί λιγάκι τον ήρωα και το στιλ του, δεν ήταν άψογος, ενώ μπορούσε. Όσο για τον Jude Law, κλασικά εικονογραφημένα.

Αυτό από τον κινηματογραφικό πλανήτη Δαίμων. Επόμενη προβολή: Άγνωστος.

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΑΣ *

February 25th, 2010

Δε θέλω να ξαναζήσω κηδεία για πολύ καιρό. Πάρα πολύ καιρό.

Ούτε θέλω να ξαναδώ τόση απόγνωση στα μάτια μου. Στο πράσινο μάτι μου. Απόγνωση. Ένταση. Ερωτηματικό.

Ήμουν χαμένη. Και ήμουν στο επίκεντρο. Και δεν ήξερα. Και δεν ήθελα. Ένα αέναο, κατάμαυρο τσίρκο. Με εμάς πρωταγωνιστές. Δε θα έπρεπε. Η θλίψη είναι κάτι το προσωπικό.

Μια αγρυπνία. Εσύ κι εγώ καρφωμένοι για πάνω από 10 ώρες σε ψάθινες καρέκλες, στην κουζίνα. Αγρυπνία. Ζωντανά λουλούδια πάνω σε νεκρό σώμα.

Ένα ταλαιπωρημένος άνθρωπος να κάθεται δίπλα στο φέρετρο και όλοι να τον κοιτούν. Και να αναρωτιούνται, να συζητούν για εμάς. Γιατί δεν είμαστε κι εμείς εκεί μπροστά, να κλαίμε και να κοιτάμε το νεκρό μας.

Και την άλλη μέρα, η εκκλησία. Και ξανά να με ζητάς εκεί πάνω, στο κέντρο, εκεί που συναντιούνται τα χαλιά και φωτίζει βαρύς ο πολυέλαιος. Δίπλα σε ένα μικρόφωνο. Δεν ήταν δημοσιογραφικό αυτή τη φορά. Ούτε έπαιρνα εγώ τη συνέντευξη.

Μιλούσε ένας μαυροφορεμένος που δεν τον ήξερα. Έψελνε. Ήταν τόσο αδιάφορος και τόσο βαρετός. Τόσο ανύπαρκτος εκείνη τη στιγμή. Όπως και οι δεκάδες πιστοί εκεί μέσα, που ήρθαν να αποχαιρετήσουν, για τώρα.

Και μετά, στην ανηφοριά, όλοι κάναμε φιδάκι. Λες και πηγαίναμε για πικ-νικ κάτω από τα κυπαρίσσια, κρατώντας λουλούδια και κεριά αντί για καλαθάκια και υφασμάτινες πετσέτες, τυρί και κρασί. Και ήρθε ξανά το φέρετρο. Δεν του γλιτώναμε. Βγήκε από το αυτοκίνητο που τόσα λεπτά ακολουθούσαμε. Βγήκε. Προσπέρασε τη ζωή.

Το κουβάλησαν άχαρα κι ασυγκίνητα μπροστά μας. Περάσαν τα χοντρά κορδόνια, τα σκοινιά με τους κόμπους της ζωής από κάτω. Το σύραν όπως-όπως μέσα στη γη. Στο τετράγωνο, χωμάτινο φέρετρο μπήκε το ξύλινο, τυπικό φέρετρο. Το ανοιχτό. Το γεμάτο…

Το μπουκωμένο από λουλούδια. Ανθοδέσμες. Χρώματα πάνω στο θάνατο. Να μπορούσε να ήταν αστείο!

Σε ράντισαν με λάδι. Γέμισαν την αγαπημένη σου μαξιλαροθήκη με χώμα. Σου πέταξαν τη ζωή στα μούτρα. Και σε στείλαν πιο μέσα στις ρίζες, στις πλάκες, στους κόκκους.

Και μετά η βύθιση μέσα στην συμπαγή κολυμπήθρα. Πουθενά νερό ή χώρος να αναπνεύσεις. Μονάχα μερικά εκατοστά σου αναλογούν εδώ κάτω. Μέχρι να την κάνεις με τεράστιες απλωτές. Γρήγορες, ακατάπαυστες. Να αφήσεις φτερά πίσω σου. Πουπουλάκια. Να δείξεις ότι αποφάσισες εσύ να φύγεις. Για κάπου αλλού. Που;

* “Στην υγειά της Βούλας
και στην υγειά τη δική μας…”

Φεύγω εκτάκτως

February 14th, 2010

Φεύγω εκτάκτως. Ανεβαίνω Χαλκιδική. Θεσσαλονίκη. Ή κάπου στη μέση.

Ελπίζω μονάχα να προλάβω. Και να με ψηλαφίσει πριν πετάξει στο βάθος των στιγμών και του σύμπαντος.

Είναι άδικο, ναι. Σχεδόν πάντα είναι.

Βέλο. Δαντελωτό. Και πάντα μαύρο. Βέλο να καλύψει σημάδια. Θλίψη. Λογικό να λείπει η λογική. Τι να την κάνεις. Εκεί, μέσα στη θάλασσα, κάτω από την άμμο και τις άγκυρές της, η λογική είναι πολύ βαριά για να σε αφήσει να ταξιδέψεις. Κι εσύ πρέπει να μείνεις εκεί ενδιάμεσα, στις υγρές ράβδους. Και η λογική σε κρατά πάντα κάτω. Αλλά αυτό δεν έχει πάτο.

Φεύγω εκτάκτως. Μαζί σου. Μακάρι να μην υπήρχε θάνατος. Όχι τώρα. Πολύ αργότερα, ίσως.

Ελπίζω να μην τσακίσεις σα φτερά βεντάλιας.

Θα είμαι εκεί. Πάντοτε δίπλα σου. Αλλά δες! Έχεις ζωή ξέρεις. Μαζί μου.

Έλα να μπούμε στο αερο-τουτού, να πάμε κοντά τους. Να αγγίξω το πρόσωπό της. Αλλά μετά, όταν γυρίσουμε, μετά, να ξαναξυπνήσεις, εντάξει;

water-on-my-hand.jpg

« Prev - Next »