Αμ το γράπωσα αυτή τη φορά! Και δεν το άφησα να αιωρηθεί με την ελαφρότητα που συνηθίζει. Έτσι, πάνω από τις τρίχες του εγκεφάλου μου. Κοροϊδευτικά, περιπαικτικά, ανόητα τελείως…
Σας παρουσιάζω το 32ο κλειδί, κυρίες και κύριοι. Το τελευταίο που στρώνω πάνω στα σύννεφα της γΕλλάδας μας.
Το τελευταίο. Ω ναι. Τι όμορφα που ακούγεται αυτό το τελεσίδικο “αντίο”!
Η blogosfaira μου γιορτάζει και το ρίχνει έξω. Άλλωστε πολύ σύντομα θα αφήσει πίσω τα δεσμά της και την υλική της υπόσταση. Θα γίνω τζίνι! λολ
Χρόνια μας πολλά, διαδικτυακέ πάπυρε. Που με ανέχεσαι, που μου χαμογελάς τόσο συχνά, που είσαι συντροφιά καλή και σταθερή. Άλλοτε ανανεώσιμη κι άλλοτε πιστή!
Σας ευχαριστώ guys. Πάμε μια τελευταία ανάσα μαζί…
Το σώμα μου με τοποθετεί αργά και προσεκτικά μέσα στην αλαβάστρινη μπανιέρα. Εκεί ψηλά. Κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και τις ηλιαχτίδες της σελήνης. Βυθίζομαι μέσα στη διαφάνεια του νερού.
Βουτάω τα μαλλιά μου κι αρχίζω να τα χορεύω σαν ανεξέλεγκτα φίδια κάτω από τη σιγή του όλου. Βουτάω τα δάχτυλά μου και τα αραιώνω σαν νερουλά σχεδιάκια μέσα σε σβώλο.
Αρχίζω να ανασαίνω. Να μιλάω. Να τραγουδώ. Να διαβάζω τα φωνήεντα της σκέψης μου.
Με ακούω. Την αναπνοή μου. Δυνατά. Στεντόρεια. Πεντακάθαρα. Και είναι τόσο μαγικός αυτός ο ήχος. Μέσα στο νερό. Η καρδιά μου. Η ζωή μου.
Ανοίγω τα μάτια και τα παίζω, πιτσιλώντας την ίριδά μου.
Τα τύμπανά μου πιάνουν όλους τους ήχους μου, σα να έχω βιδώσει στον πάτο της μπανιέρας μου ηχείο.
Ανάσα. Καρδιοχτύπι. Ηχείο. Μπανιέρα.
Εκεί ψηλά.
Όπου βασιλεύουν οι σκέψεις, οι τύψεις, η καλοσύνη και η δοτικότητα.
και δεν είναι καν έξοδος κινδύνου. Η επιγραφή μοιάζει πελώρια. Μέρα με τη μέρα, ηλιαχτίδα με την ηλιαχτίδα μεγαλώνει επικίνδυνα.
Και πλέον, ναι, αναβοσβήνει σε κάθε παλμό μου. “Φεύγεις…”!
Έτσι. Φεύγεις. Σκέψεις που δεν υπήρχαν ξάφνου γίνονται καθημερινή κατάσταση. Κι ένα μέλλον ζοφερό. Ίσως ανύπαρκτο. Ίσως υπερβολή; Ίσως αρνητικό πρόσημο. Αυτό σίγουρα.
Φεύγεις. Και που πας; Αν έπαιρνα άλλες αποφάσεις για τη ζωή μου, μόλις τα τελευταία 3 χρόνια, όλα θα ήταν τελείως διαφορετικά. Και τελείως απρόβλεπτα. Δεν μπορώ ούτε καν να φανταστώ τι και πώς.
Ξέρω όμως, ότι το παράλληλο σύμπαν θα χτυπά παλαμάκια τώρα.
Δε βλέπω να φεύγεις. Αυστραλία-Ελλάδα σημειώσατε 2. Αμερική-Ελλάδα σημειώσατε 2. Και γενικώς… ό,τι κι αν πάει να ανταγωνιστεί την Ελλάδα, σα σκέψη και μέλλον, τρώει τα μούτρα του. Και μαζί κι εγώ.
Μα γιατί δε φεύγεις; Δε θέλει τόσο θάρρος. Μια ανάσα είναι. Ένα φτερούγισμα. Κι ένας ενθουσιασμός που θα έρθει. Μα γιατί δε φεύγουμε λοιπόν??
Ανάσα, χτυπός, χρόνος, κεραυνός, πουγκί πάνω από τα μαλλιά μου να χύνει, να απλώνει, να αδειάζει…
Τι στιγμές έχω ζήσει! Τι στάλες μάζεψα σε τούτη τη ζωή, μέχρι τώρα. Τι πεταλούδες έπιασα στον ύπνο και στον ξύπνιο μου με τα μελωμένα μου δάχτυλα να κολλάνε και να ζητάνε!
Πλησιάζει η μεγάλη ώρα. Η ώρα που θα μεγαλώσω κι επίσημα “λίγο” ακόμη. Πιο κοντά προς μια αντίστροφη μέτρηση. Εκείνη του χρόνου, που δε σηκώνει. Μα γέρνει!
Πρωτομαγιά. Το λέω κι αστράφτω ολόκληρη σαν καθρέφτης που στέκει κόντρα στο φως.
Αφήνουμε το κλεινόν άστυ που ούτε αυτό μας αντέχει μεταξύ μας, και πετάμε για Χαλκιδική.
Για Πάσχα, για ανάλαφρες -ελπίζω αυτή τη φορά- αναμνήσεις, όσο γίνεται, για βροντερά γέλια, τα οποία μαζί με τη διάθεσή μας και την ανάγκη μας για διάλειμμα, θα ξορκίσουν θανάτους, μαυρίλες, βάρη, αγωνίες και προβλήματα.
Αυτό είναι για μας η Χαλκιδική, νομίζω. Ένα διάλειμμα, μίνι διακοπές, συνεύρεση με αγαπημένο πρόσωπο -ένα, πια- και ανάσες που μοιάζουν περισσότερο με σπασμωδική αναζήτηση οξυγόνου.
Δεν ξέρω ακόμη πώς θα κυλήσουν οι αρκετές μέρες που θα μείνουμε πάνω. Ούτε ξέρω εάν τελικά βαρεθώ, μείνω πολύ μόνη. Θα έχω συντροφιά το laptop, τις σκέψεις που πάντα τόσο μελαγχολικά γεννιούνται εκεί πέρα, τις πράσινες νωπές θύμησες και τα γατούνια που δε λείπουν ποτέ από το χειμωνιάτικο σκηνικό.
Ένα υπέροχο τραπέζι γεμάτο καλούδια, αγγελάκια να φυσάνε ζεστά όνειρα πάνω από τα κεφάλια μας και το τζάκι λίγο πιο μακριά να προσπαθεί μάταια να συγκεντρώσει το βλέμμα μας.
Έχω καιρό να γράψω για εμάς. Ή έτσι νομίζω; Και τελικά, όταν δεν μας ποστάρω “εδώ μέσα”, λες και είμαστε ένα ακόμη ταξίδι που βλέπω έξω από το τζάμι μου, όλα πάνε καλά. Καλύτερα.
Κι όμως, δεν μπορώ να αντισταθώ. Δεν μπορώ το ημερολόγιό μου να το έχω άδειο χωρίς πλαστικές, μαβιές, έντονες φωτογραφίες!
Κάπως έτσι, ο έρωτας υπάρχει, ο έρωτας γίνεται, ο έρωτας ξεφτίζει μέχρι να εκπλήξει και πάλι, να ανασάνει λίγο πιο βαθειά, λίγο πιο γρήγορα, λίγο πιο κυκλικά.
Τόσα συμβαίνουν τελικά εκεί που λέω πως κάθισα κι εγώ σε αυτό το θρόνο. Ευτυχώς.
Έχουμε τη μεγάλη μας επέτειο. Αυτή που, μια φορά το χρόνο, μας κάνει να μετράμε, να χαμογελάμε, να κερδίζουμε, να αιστανόμαστε τόσο τυχεροί.
Είναι αυτή η επέτειος, αυτή η στιγμή που με κάνει να σε βλέπω τόσο όμορφο. Ακόμη και μέσα στις μικρές, κοφτές αγωνίες σαν ανάσες, φαντάζεις κι εσύ μαζί με την ημέρα αυτή, ιδιαίτερος. Ένα δικό μου πλάσμα, που μπορεί και θέλει να είναι μαζί μου, στον κόσμο μου, κάτω από το νερό και μέσα στ’άστρα!
Κράτησα το τηλεσκόπιο στα χέρια μου, σφιχτά. Το έμπηξα αποφασιστικά στις ρίζες της γης και κοίταξα με τεράστια μάτια κει μέσα. Τι περίμενα να δω; Την αρχή;
Τους έφτασα τους 21 μήνες, στην blogosfaira μου! Άλλο ένα κλειδί, λοιπόν, για τη συλλογή μου, την αόρατη. Χρόνια μου πολλά. Σε μένα, στα… «little grey cells» μου που λέει κι ο Πουαρώ (!), στους φτερωτούς και γήινους φίλους που μπαίνουν, διαβάζουν, κουνούν το κεφάλι και, που και που, αφήνουν τα σχόλιά τους και σε αυτό τον ηλεκτρονικό πάπυρο που ακόμη με σηκώνει!
Μια ανάσα μακριά… Μια φίλη, μια γυναικάρα με μύρια καλοσύνη καρφιτσωμένη πάνω της φεύγει για Καναδά. Μόνιμα. Λέει.
Δυο μέρες, νομίζω, μείναν μέχρι το μεγάλο ταξίδι με τη μηχανή. Χαλκιδική και φέτος. Στο όνειρο, το στρογγυλό.
Λίγο πριν κλείσω τις κουρτίνες κι ανοίξω καινούργιες. Ασφαλίσω το σπιτικό κι αφήσω τις γάτες απέξω. Ελπίζω να αντέξουν, όπως και τα φυτά μου. Κι ο θόλος μου. Κι εσείς. ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ! Νια, νια, νια νια, νια…