Από τις λίγες φορές που ανέβηκα στη μηχανή, μαζί σου, και δεν ήμουν εκεί.
Πίσω από το κράνος έδινα τη δική μου μαλακισμένη μάχη. Με τα μάτια, την ψυχή, την αύρα μου που κράτησε στη μνήμη της τα χτεσινά.
Δεν ήθελα να είμαι εκεί. Δε με ένοιαζε το γύρω μας. Ήθελα απλώς να σταματήσω να κρατιέμαι, να σταματήσω να τραμπαλίζομαι και να μπω σπίτι.
Βαρέθηκα τα ορθάνοιχτα, σα κροκόδειλου, στόματα. Βαρέθηκα και την αδηφάγα απαίτηση του ΌΛΑ! Ρε, σε έχεις δει στον καθρέφτη;
Ερώτηση κρίσεως: όταν αγαπάς κάποιον, και το ξέρει απέξω κι ανακατωτά η ψυχή σου αυτό, και σου λέει κάτι άσχημο ο άλλος δεν το παίρνεις στα σοβαρά επειδή ξέρεις πως κι εκείνος σ’αγαπά; Ή μήπως ακριβώς γι’αυτό αναρωτιέσαι (φοβάσαι) αν το εννοεί;;;
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συνεννοηθούμε; Μου λες, ε;;; Εσύ δηλαδή δεν έχεις νιώσει ποτέ πως όλα είναι εναντίον σου;
Χέσε τα αστέρια και τα τετράγωνα που σχηματίζουν. Χέσε την πανσέληνο που σε κάνει μαριονέτα των μυαλού και των οργάνων σου. Χέσε και το κρύο που σε εκνευρίζει.
Είναι μέρες, στιγμές, εποχές, που αιστάνεσαι πως οι γύρω σου είναι αλλού. Μίλια μακριά από σένα. Πως είναι όλοι μα όλοι τους επιθετικοί απέναντί σου. Όχι;
Κι αν ναι, τότε δεν μπορεί να είναι της φαντασίας σου. Έτσι δεν είναι;
Χέσε τον εγωισμό και την ψωνάρα σου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
Εδώ έχω εμένα, εδώ κι εσένα.
Άσε τα άστρα εκεί πάνω που παίζουν με τις φανταχτερές και πυρακτωμένες κηρομπογιές τους.
Γαμώ την ασυλία του μυαλού.
Γαμώ το κόμπλεξ του κόσμου να θεωρεί ευθύς εξαρχής πως είναι καλύτερος και πως, ποτέ μα ποτέ δε χρειάζεται να κοιτά και να βλέπει.
Τίποτα δεν είστε. Μα τίποτα απολύτως. Σκόνη μέσα στο νερό.
Είχα ακόμη σφιχτά κλειστά τα μάτια μου πάνω στο πρόσωπό μου όταν ένιωσα κάτι στα χείλη μου. Κάτι να περνά σα φτερό και μετά από λίγο να προσπαθεί να τρυπώσει μες στο στόμα μου.
Δεν άνοιξα τα μάτια μου. Τα φύλαξα καλά κλειστά κι έσκασα ένα πλατύ χαμόγελο. Σου γύρισα την πλάτη. Έμεινα έτσι για λίγο στημένη στο πλάι. Άρχισες να χαϊδεύεις τη μέση, τον κώλο μου και μετά με γύρισες απότομα και με τσέκαρες.
Ήμουν τελείως υγρή, αλλά κρατούσα τα πόδια μου κλειστά. Και μετρούσα το ένστικτο και τις ανάσες σου. Πόσο θα άντεχες έξω από το κορμί μου;
Κάναμε έρωτα, με έγλειψες. Τελείωσα. Με ξαναέγλειψες κι έμεινα να ανασαίνω πάνω στο μαξιλάρι με σένα πίσω μου να έχεις αφήσει το κεφάλι σου πάνω στα υγρά μου.
Αρχίσαμε να ψιθυρίζουμε και να χαμογελάμε ο ένας στη σκιά του άλλου. Πρωινές σκιές… Πρωινές κάβλες. Πρωινή αγάπη.
Σα να βυθίστηκα κι εγώ, όπως τα τριαντάφυλλά μου, μέσα στο στόμιο του μπουκαλιού. Κι άξαφνα, εμφανίστηκε ένα χέρι και με τράβηξε απότομα από την ονειρική κατάδυση.
Βγήκα, τινάχτηκα καλά-καλά και πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου. Έπρεπε να την ενημερώσω. Άλλωστε εκείνη με είχε στείλει…
Και τελικά, βρεθήκαμε να μιλάμε έντονα για μία ακόμη φορά. Καιρό είχε να συμβεί αυτό πάντως. Αλλά, όπως πάντα, τα τελευταία χρόνια, κάτι την πιάνει όσο πλησιάζουν αυτές οι γιορτές. Ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα, μπριζώνεται κι αποστρέφεται κάθε νορμάλ, φιλήσυχη και πολιτισμένη συνδιάλεξη μαζί μου. Και με άλλους φαντάζομαι συμβαίνει αυτό. Όμως εγώ δεν το μαθαίνω.
Και κάπως έτσι κι ενώ ήμουν καλά όλη μέρα, μου χάλασε τελείως το κέφι κι ένιωσα σα να αποδρά από μέσα μου όλο μου το αίμα. Με επηρεάζει γαμώτο. Πάντα με επηρέαζε η ανισόρροπη σχέση μου με τους γονείς μου! Θέλω να πω. Πάντοτε με ενοχλούσε όταν για κάποιον λόγο προτιμούσαμε τα έντονα χρώματα στα δώρα που στέλναμε ο ένας στον άλλο…
Και τώρα, που έχω άλλο παιχνίδι για να απασχολήσω τα δάχτυλα, το πράσινο μάτι μου, τις αισθήσεις μου δεν έχω κατασταλάξει ακόμη εάν με επηρεάζει λιγότερο ή περισσότερο η ηλικιακή παράνοια των γονιών μου… Anybody?
Ο άντρας ετοιμάζεται να δει μπάσκετ. Σαλονικιώτικος ο σημερινός αγώνας. ΆΡΗΣ-Πάοκ. Εγώ ρουφώ τις μύξες μου και με έχω δέσει σαν παλαμάρι μέσα σε μια μάλλινη, πετρόλ κουβερτούλα.
Δευτέρα ξεκινώ, εκτός απροόπτου σε μια νέα δουλειά, part-time. Θα ακολουθήσω τη συνταγή του άντρα. Έτσι για αλλαγή και για μια φορά στη ζωή μου, αντί να πεθάνω από την αγωνία και την υπευθυνότητα πριν καν πάω, θα το αφήσω όσο χαλαρά αντέχω. Και θα μείνω όσο δε με δυσκολεύει μέσα μου. Άλλωστε υπάρχει λόγος που μετά από 12 χρόνια έφυγα από τη δημοσιογραφία. Όσο δύσκολο κι αν ήταν/είναι να σταματήσω το χρόνο.
Έχω πέσει στην παγίδα να πλέκω αγωνίες. Και πολύ συχνά πια, παίρνω στο χέρι τον αναδευτήρα κι αναμειγνύω τους ονειρικούς, μακρόστενους εφιάλτες με τις νεφελώδεις σκέψεις μου. Και σήμερα που ξύπνησα, χρειάστηκα πολλές στιγμές τελικά για να ξεμπλέξω από όλο αυτό το σενάριο που φώλιασε στα κλειστά μου μάτια. Άσχημο όνειρο και τόσο, μα τόσο αληθοφανές γαμώτο.
Κύματα ανάσας, ροζ, καπνού ελαφρύ κι αρωματισμένου, κύματα ματιών, χειλιών, μιας ανοιχτής κι έτοιμης να εκραγεί κλειτορίδας. Κύματα χάους.
Πες μου. Να τα κάψω όλα τώρα ή αφού πέσει το πούπουλο στον ουρανό;
Γύρνα τον κόσμο. Όπως θες. Στο πλάι, ανάποδα, όρθια με τα πόδια σφιχτά επάνω στη μέση σου, με το μέτωπό μου να χύνει πάνω σου κόκκινο, με τη γραμμή της πλάτης μου να ξύνει νωχελικά κι επαναλαμβανόμενα τον τοίχο στο απέναντι, εγκαταλελειμμένο κτίριο;
Με σένα, με το χρόνο, με το τίποτα. Με τις στιγμές που σε πλακώνουν τόσο άξαφνα και άτσαλα, όσο το χιόνι που κάθεται κάθε πρωινό πάνω στα βλέφαρά σου.
Σε κοιτάζω και μου τσουλάς την αγωνία σου: σκέφτεσαι να τα παρατήσεις όλα. Μέχρι προχτές έβλεπα να έχεις φτιάξει έναν πρόχειρο χάρτη στο μυαλό σου, για το πού θα πάμε. Πού θα ταξιδέψουμε τα φτερά μας. Έβλεπα ένα γαμήλιο κουτί μπροστά στην πόρτα μου. Το μετά, το φτωχό μετά, χωρίς συνοδεία κι ανασφάλειες, χωρίς φανταχτερά λάθη κι απογόνους της κοινωνίας και του σύμπαντος.
Εγώ ξέρω, πως το τώρα είναι ραγισμένο. Τόσο βαρύ που ακόμη κι όταν του πετάμε τα πολύχρωμα δολώματά μας, για λίγο ανασαίνει. Και ελάχιστα κρατούν τα άνθη του, τα νωπά. Οι καθρέφτες…
Μα αλήθεια, αν βάλεις στα κεφάλια των αστεριών μικροσκοπικούς καθρέφτες τι ακριβώς περιμένεις πως θα αντανακλάσουν; Ρυτίδες στρόγγυλες και πολυμορφικές; Σταγόνες γεμάτες ρίζες με ένα μοναχά παράπονο… το ότι δεν χόρεψαν ποτέ τους μπαλέτο;
Κοίτα τώρα… Τόσες μέρες, πάλι θησαυροί κάθονται στο μακρόστενο παράθυρό μου. Πάλι συμβαίνουν τα πάντα. Και πάλι σκέφτομαι να σου κοινοποιήσω τις σκέψεις μου, τις άυλες.
Σε έραψα ολόκληρο; Ε, πάω να ανοίξω ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί .-
Κοίτα πώς θόλωσε το πράσινο μάτι μου. Σα τζάμι που δεν αντέχει άλλο τη θερμότητα, την υγρασία. Σαν την ουρά της γάτας που τινάζει από πάνω της όλο το βάρος της βαρετής λογικής.
(Πηγή εικόνας: churra.deviantart.com)
Έπλεξα κοτσίδια σα στεφάνι γύρω από το κεφάλι μου. Και περιμένω να ξεκινήσει η προπώληση για να βυθίσω ξανά τη μουσική μέσα σου.
Περιμένω να δω μπροστά, πάνω και κάτω μου την εικονική πραγματικότητα να ξεπερνά το γυαλί και τη διάσταση. Και χτενίζω τις γνώσεις και τη σύνθεσή μου.
Όταν βραδιάζει κι εγώ ξαπλώνω πάνω στο σύννεφό μου, όταν τουρτουρίζω και κρατώ την ανάσα μου κλειστή, όταν οι αισθήσεις μου μπαίνουν στη νεκρά, ποιος με κρατά ζωντανή; Και ποιος (τι) με προδίδει;