Τώρα που ξεντύνομαι. Δεν είσαι εκεί. Δε με βλέπεις.
Την ώρα που μασουλάω όνειρα και ψιθυρίζω το γρασίδι στους βόστρυχούς μου, δεν είσαι εκεί, ναι;
Όχι, δεν είσαι.
Δεν ξέρω εάν θέλω να είσαι. Ώρες-ώρες το θέλω. Νομίζω.
Ποτέ δε μ’ένοιαζε να έχει ουρά το φόρεμά μου, το γεμάτο νούφαρα και τρυπούλες ανύπαρκτες.
Τώρα όμως, ίσως και να χρειάζομαι να με βλέπεις.
Έτσι, για να ξέρω ότι είσαι εκεί. Για να ξέρω ότι παίρνω κλεφτές ματιές ακόμη. Από φίλους κι εραστές, φθονερά, χοντρά πράγματα και σιλουέτες που χορεύουν ό,τι πιο φιδίσιο και μεθυστικό. Ίσως να θέλω να με δεις. Και να με τσιμπήσεις.
Δε θέλω να ξαναζήσω κηδεία για πολύ καιρό. Πάρα πολύ καιρό.
Ούτε θέλω να ξαναδώ τόση απόγνωση στα μάτια μου. Στο πράσινο μάτι μου. Απόγνωση. Ένταση. Ερωτηματικό.
Ήμουν χαμένη. Και ήμουν στο επίκεντρο. Και δεν ήξερα. Και δεν ήθελα. Ένα αέναο, κατάμαυρο τσίρκο. Με εμάς πρωταγωνιστές. Δε θα έπρεπε. Η θλίψη είναι κάτι το προσωπικό.
Μια αγρυπνία. Εσύ κι εγώ καρφωμένοι για πάνω από 10 ώρες σε ψάθινες καρέκλες, στην κουζίνα. Αγρυπνία. Ζωντανά λουλούδια πάνω σε νεκρό σώμα.
Ένα ταλαιπωρημένος άνθρωπος να κάθεται δίπλα στο φέρετρο και όλοι να τον κοιτούν. Και να αναρωτιούνται, να συζητούν για εμάς. Γιατί δεν είμαστε κι εμείς εκεί μπροστά, να κλαίμε και να κοιτάμε το νεκρό μας.
Και την άλλη μέρα, η εκκλησία. Και ξανά να με ζητάς εκεί πάνω, στο κέντρο, εκεί που συναντιούνται τα χαλιά και φωτίζει βαρύς ο πολυέλαιος. Δίπλα σε ένα μικρόφωνο. Δεν ήταν δημοσιογραφικό αυτή τη φορά. Ούτε έπαιρνα εγώ τη συνέντευξη.
Μιλούσε ένας μαυροφορεμένος που δεν τον ήξερα. Έψελνε. Ήταν τόσο αδιάφορος και τόσο βαρετός. Τόσο ανύπαρκτος εκείνη τη στιγμή. Όπως και οι δεκάδες πιστοί εκεί μέσα, που ήρθαν να αποχαιρετήσουν, για τώρα.
Και μετά, στην ανηφοριά, όλοι κάναμε φιδάκι. Λες και πηγαίναμε για πικ-νικ κάτω από τα κυπαρίσσια, κρατώντας λουλούδια και κεριά αντί για καλαθάκια και υφασμάτινες πετσέτες, τυρί και κρασί. Και ήρθε ξανά το φέρετρο. Δεν του γλιτώναμε. Βγήκε από το αυτοκίνητο που τόσα λεπτά ακολουθούσαμε. Βγήκε. Προσπέρασε τη ζωή.
Το κουβάλησαν άχαρα κι ασυγκίνητα μπροστά μας. Περάσαν τα χοντρά κορδόνια, τα σκοινιά με τους κόμπους της ζωής από κάτω. Το σύραν όπως-όπως μέσα στη γη. Στο τετράγωνο, χωμάτινο φέρετρο μπήκε το ξύλινο, τυπικό φέρετρο. Το ανοιχτό. Το γεμάτο…
Το μπουκωμένο από λουλούδια. Ανθοδέσμες. Χρώματα πάνω στο θάνατο. Να μπορούσε να ήταν αστείο!
Σε ράντισαν με λάδι. Γέμισαν την αγαπημένη σου μαξιλαροθήκη με χώμα. Σου πέταξαν τη ζωή στα μούτρα. Και σε στείλαν πιο μέσα στις ρίζες, στις πλάκες, στους κόκκους.
Και μετά η βύθιση μέσα στην συμπαγή κολυμπήθρα. Πουθενά νερό ή χώρος να αναπνεύσεις. Μονάχα μερικά εκατοστά σου αναλογούν εδώ κάτω. Μέχρι να την κάνεις με τεράστιες απλωτές. Γρήγορες, ακατάπαυστες. Να αφήσεις φτερά πίσω σου. Πουπουλάκια. Να δείξεις ότι αποφάσισες εσύ να φύγεις. Για κάπου αλλού. Που;
* “Στην υγειά της Βούλας
και στην υγειά τη δική μας…”
Μια λάμα, μπηγμένη στον πάγο. Σε ατελείωτες ρηνίδες πάγου, που χαϊδεύουν όλη τη γη. Την άσπιλη γη, την υπομονετική γη, τη ζωντανή, θαρραλέα γη. Που γεννά και σπέρνει, που ελπίζει και περιμένει, που καλοσωρίζει και αποχαιρετά.
Πως να αποχαιρετήσεις όμως;
Πως να αποχαιρετήσεις;
Κανείς δε σου ζητά να ξεχάσεις. Αλίμονο.
Πολλοί περιμένουν να παρελάσεις από μπροστά τους με δάκρυα-κρυσταλλάκια κολλημένα άγαρμπα σε μέτωπο και μάγουλα. Δάκρυα που δε στεγνώνουν ποτέ. Άλλωστε το γυαλί δε στεγνώνει. Δεν κολλάει. Δεν ταιριάζει, ούτε εναρμονίζεται.
Η θλίψη είναι κάτι το τόσο προσωπικό, πως περιμένεις να το διαβάσω εμπρός σου;
Ούτε να το κρύψω, μήτε να το διαδώσω.
Πονάω. Ναι.
Να αποχαιρετήσω. Στα 27.000 πόδια. Κάπου κει, ανάμεσα σε Αθήνα και Χαλκιδική. Να αποχαιρετήσω μέσα από δαντέλες συμπυκνωμένου αέρα, βεντάλιες ομίχλης, όνειρα φουσκωμένα.
Πώς θα ήθελα να αντέξεις, να σε γευόμουν ακόμη περισσότερα καλοκαίρια, να σου ψιθυρίσω κι άλλες πολλές χαρές, μυστικά που θα ‘ρθούν, σκέψεις, ανάγκες, παρέα.
Ευτυχώς σου είχα πει πως σ’αγαπώ. Τελικά αυτό είναι σημαντικό. Το να προλαβαίνεις να πεις πως αγαπάς.
Και θα σε θυμάμαι όμορφα, χαμογελαστή, πάντα εκεί, γενναιόδωρα.
Φεύγω εκτάκτως. Ανεβαίνω Χαλκιδική. Θεσσαλονίκη. Ή κάπου στη μέση.
Ελπίζω μονάχα να προλάβω. Και να με ψηλαφίσει πριν πετάξει στο βάθος των στιγμών και του σύμπαντος.
Είναι άδικο, ναι. Σχεδόν πάντα είναι.
Βέλο. Δαντελωτό. Και πάντα μαύρο. Βέλο να καλύψει σημάδια. Θλίψη. Λογικό να λείπει η λογική. Τι να την κάνεις. Εκεί, μέσα στη θάλασσα, κάτω από την άμμο και τις άγκυρές της, η λογική είναι πολύ βαριά για να σε αφήσει να ταξιδέψεις. Κι εσύ πρέπει να μείνεις εκεί ενδιάμεσα, στις υγρές ράβδους. Και η λογική σε κρατά πάντα κάτω. Αλλά αυτό δεν έχει πάτο.
Φεύγω εκτάκτως. Μαζί σου. Μακάρι να μην υπήρχε θάνατος. Όχι τώρα. Πολύ αργότερα, ίσως.
Ελπίζω να μην τσακίσεις σα φτερά βεντάλιας.
Θα είμαι εκεί. Πάντοτε δίπλα σου. Αλλά δες! Έχεις ζωή ξέρεις. Μαζί μου.
Έλα να μπούμε στο αερο-τουτού, να πάμε κοντά τους. Να αγγίξω το πρόσωπό της. Αλλά μετά, όταν γυρίσουμε, μετά, να ξαναξυπνήσεις, εντάξει;
Να λοιπόν που το έκανα κι εγώ. Παραμέλησα τον εαυτό μου. Άρχισα.
Και μέσα στις σταγόνες και τα λέπια που βγήκαν πάνω μου, ξεκίνησα να σκέφτομαι ποιος μιλά γι’αυτά “τα πράγματα”. Για τις αλλαγές, τις δυσάρεστες, στη σχέση, για τη συνήθεια ή την ανία, το σεξ που φθίνει ή αλλάζει, τα συναισθήματα που μαγειρεύονται με τις ευθύνες και την απογοήτευση απλών ημι-στιγμών, για πολλά που γίνονται πιο πολύπλοκα. ΌΛΑ γίνονται πιο πολύπλοκα.
Και δε γνωρίζω εάν κάποια στιγμή όλα ξεδιαλύνουν, ξανά-απλοποιούνται και καβαλούν και πάλι τις ράγες, αλλά θα περιμένω. Και ίσως τελικά, να συνεχίσω να παραμελώ τον εαυτό μου που και που, δίνοντάς του την πολυτέλεια να φέρεται σα να είναι και πάλι εργένης, ξεχασμένος, ρέμπελος, άνετος!
Και τα δυσάρεστα θα τα πω στον ηλεκτρονικό μου πάπυρο σύντομα. Θα τα καταγράψω, θα τα συζητήσω με τον άνεμο και με όσους επισκέπτονται τις πατημασιές μου, τις λασπώδεις!
Για τώρα, μένω στις ζυμώσεις. Τις χημικές. Τις άνοστες. Τις παράφωνες. Τις σχεδόν νεκρικές. Γιατί, ξέρεις, δε θέλω να μας ενώσει ένας θάνατος. Τον χαρίζω στον επόμενο. Γιατί να πρέπει άραγε να ενώνονται δυο άνθρωποι από τα θλιβερά; Γιατί ένας θάνατος να μας φέρει πιο κοντά; Δε θέλω.
Για τον εαυτό μου τώρα, που τον άφησα λίγο να… ανθίσει (!), που άφησα το ξυραφάκι στη θήκη του κι επέτρεψα στο καλοσχηματισμένο σαλιγκάρι μου να βγάλει φύλλα στις κεραίες του, ένα έχω να πω, στην αποψινή σου ατάκα “Μωρό μου, μήπως να κάνουμε κάτι για το δασάκι σου;”. Αφού έκανα μια περιστροφή κι άπλωσα το χέρι βασιλικά πάνω στα χείλη σου, σου είπα με απίστευτο τουπέ: “Ναι, αλλά το δάσος παίρνει πιο εύκολα φωτιά!”.
ΧΑ!
Πάω να ξυριστώ mate. Να δω τι θα ανάψεις μετά! lol
Γύρισε η μάμα μου από Υεμένη και Ντουμπάι. Τρέλα! Χάρμα! Αυτό είναι…
Μας είπε ιστορίες, μας έδειξε φωτογραφίες, μας διηγήθηκε τα ανορθόδοξα, τη φτώχεια, την έλλειψη αισθητικής, την ανάγκη προβολής και υπεροψίας. Τα Καλάζνικωφ στα χέρια ακόμη και παιδιών… Και πάνω από το παζάρι η πινακίδα: απαγορεύονται τα όπλα!
Έχει ξημερώσει και το θερμόμετρο δείχνει 4 βαθμούς μες στο σπίτι. Άραγε πόσους να (μην) έχει εκεί έξω; Θολούρα βλέπω. Ψύχος οσμίζομαι. Κι εδώ, στα ερμητικά κλειστά, κάθομαι με το φανελάκι και τη μαύρη γάτα μου στο χαλί από δίπλα, δουλεύω πάνω στο καινούργιο μου project, ένα site με γλυκές συνταγές που σκαρφίστηκα και λιώνω τα δάχτυλά μου και τα… little grey cells, που έλεγε και ο Βέλγος Πουαρώ! Θέλω να πάει καλά, να ξεχωρίσει και να είναι ολοκληρωμένο. Μια σκέτη γλύκα! Αλλά θέλει δουλίτσα και τρέξιμο. Πλάκα έχει όμως.
Με έχουν πιάσει οι κλειστές μου όλο το τελευταίο διάστημα. Κάτι η σχέση που αφήνει απόνερα, κάτι ο θάνατος ενός φιλικού προσώπου, κάτι το Κουβάρι που προτίμησε άλλο σπιτικό, κάτι η οδοντίατρος που έχει γίνει εβδομαδιαία επίσκεψη -μόνο γλυκά που δεν της πάμε!-… ε… Θα βιαστώ να πω, όμως, ότι από το Σεπτέμβρη και μετά, η περίοδος αυτή είναι σούπερ για μένα, επαγγελματικά. Δεν παραπονιέμαι κα-θό-λου. Φτου-φτου, αμέ!
Κάνω σχέδια και για τα Χριστούγεννα. Θέλω να ανέβουμε Χαλκιδική. Να κάνουμε πανευτυχή δύο άτομα αγαπημένα. Να φτιάξω μελομακάρονα με τη μαμά του άντρα. Να σκεπάσουμε τις ψυχές μας με τη ζεστάδα του τζακιού και να χαλαρώσουμε με έρωτα χιονισμένο!
Πάω να συνεχίσω… Καλημέρα κόσμε, σύμπαν, νότες που αφήνετε πατημασιές πάντα!
Το Κουβαράκι δεν είναι πουθενά. Κι όμως… διαισθάνομαι ότι είναι τόσο κοντά. Ίσως και στις διπλανές πολυκατοικίες!
Την έψαξα. Την ψάξαμε. Μαζί με τον άντρα. Μεσημεράκι με το φως. Βράδυ που είναι πιο ήρεμα και θα μπορούσα, ενδεχομένως, να την ακούσω.
Με μια κονσέρβα κι ένα κουτάλι στο χέρι. Να το χτυπάω ανά ένα μέτρο, σαν την τρελή της γειτονιάς. Κι όμως… τίποτα.
Είναι τόσο ψυχοφθόρο όλο αυτό. Και είναι τόσο δεδομένο ότι και το Ματάκι θα ξαναφύγει. Θα πέσει από τον εναέριο κήπο μας. Σκέφτομαι σοβαρά να της φορέσω κάποια συσκευή εντοπισμού, για να μη τη χάσω κι αυτήν…
Μπορεί να μην ήταν η αδυναμία μου το Κουβάρι. Αλλά το αγαπούσα. Και είχα αρχίσει να την μαθαίνω κι αυτήν πράγματα. Να ακούει. Να καταλαβαίνει. Και τη χάιδευα. Στο πρόσωπο. Τη μουσούδα της. Τη φώναζα κι έτρεχε σαν την παλαβή, σαν πεταλούδα μαύρη.
Τέλος αυτά.
Το Μάτι πλαντάζει στο κλάμα κάθε βράδυ, όταν έρχεται η ώρα να μείνει μόνη έξω στο μπαλκόνι και να κοιμηθεί μόνη της.
Αλλά δε μου δείχνει τίποτα. Δε δείχνει πού μπορεί να είναι η αδελφή της. Απλώς κλαίει.
Κι εγώ μιλάω σα να υπάρχει κοντά μας το Κουβαράκι ακόμη. Έχω δυο γάτες… Εμ, μία.
Κι όμως. Δύο είναι τα μπολάκια τους. Δύο τα κουβαδάκια με την άμμο τους. Άλλα τα νάζια, άλλες οι συνήθειες.
Πέρασαν 4 μέρες πια. Και απογοητεύομαι. Το Μάτι αρχίζει να ακούγεται όπως το Κουβάρι. Γυρνάει το κεφάλι της ανάποδα, όταν την έχω αγκαλιά, λες και είναι το Κουβάρι. Και μυρίζει συνεχώς το σκαμπό και την κουβέρτα της αδελφής της.
Τελικά είναι εκπληκτικό. Το πώς τα γατιά, όταν είναι αδέλφια και η μία χάνεται ή πεθαίνει, κατορθώνουν να μοιάσουν, να υιοθετήσουν, να αντιγράψουν αυτόματα χαρακτηριστικά το ένα του άλλου! Είναι απίθανο.
Πως διαγράφεις ένα ζώο που έχεις αγαπήσει κι έχει χαθεί; Και θα μπορούσε να είναι ζωντανό; Και να βρίσκεται κοντά στο σπίτι σου αλλά εσύ να μην το ξέρεις; Άραγε που είναι;
Καληνύχτα Κουβαράκι. Ακούω το κουδουνάκι της και το συναχωμένη, ναζιάρικη φωνή της. Μιάουυυυ! Καληνύχτα μυξούλα.