Δεν ξέρω πόσα κεριά να βάλω μπρος για να καθαρίσει αυτή η μαυρίλα που σε περιβάλλει τις τελευταίες ώρες.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσο χαρτί φύσηξα μέσα στην ψυχή σου τους τελευταίους μήνες. Μα αν χρειαστεί θα κατεβάσω όλους τους αέρηδες και θα τους δέσω κοντά σου, στο προσκεφάλι σου, για να διώξουν αυτή την άγκυρα.
Να σταματήσεις.
Να φύγεις μόνος.
Να σηκώσεις το νερό και να κοιτάξεις από κάτω.
Θα ζήσει. Αλλά κι αν δε μείνει εδώ, μαζί σου, θα ξέρεις, πως μέχρι το τέλος το ήθελε. Ξέρει ότι την έχεις ανάγκη. Ξέρει ότι ένα μεγάλο κομμάτι σου ζει μαζί της.
Από τις λίγες φορές που ανέβηκα στη μηχανή, μαζί σου, και δεν ήμουν εκεί.
Πίσω από το κράνος έδινα τη δική μου μαλακισμένη μάχη. Με τα μάτια, την ψυχή, την αύρα μου που κράτησε στη μνήμη της τα χτεσινά.
Δεν ήθελα να είμαι εκεί. Δε με ένοιαζε το γύρω μας. Ήθελα απλώς να σταματήσω να κρατιέμαι, να σταματήσω να τραμπαλίζομαι και να μπω σπίτι.
Βαρέθηκα τα ορθάνοιχτα, σα κροκόδειλου, στόματα. Βαρέθηκα και την αδηφάγα απαίτηση του ΌΛΑ! Ρε, σε έχεις δει στον καθρέφτη;
Ερώτηση κρίσεως: όταν αγαπάς κάποιον, και το ξέρει απέξω κι ανακατωτά η ψυχή σου αυτό, και σου λέει κάτι άσχημο ο άλλος δεν το παίρνεις στα σοβαρά επειδή ξέρεις πως κι εκείνος σ’αγαπά; Ή μήπως ακριβώς γι’αυτό αναρωτιέσαι (φοβάσαι) αν το εννοεί;;;
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συνεννοηθούμε; Μου λες, ε;;; Εσύ δηλαδή δεν έχεις νιώσει ποτέ πως όλα είναι εναντίον σου;
Χέσε τα αστέρια και τα τετράγωνα που σχηματίζουν. Χέσε την πανσέληνο που σε κάνει μαριονέτα των μυαλού και των οργάνων σου. Χέσε και το κρύο που σε εκνευρίζει.
Είναι μέρες, στιγμές, εποχές, που αιστάνεσαι πως οι γύρω σου είναι αλλού. Μίλια μακριά από σένα. Πως είναι όλοι μα όλοι τους επιθετικοί απέναντί σου. Όχι;
Κι αν ναι, τότε δεν μπορεί να είναι της φαντασίας σου. Έτσι δεν είναι;
Χέσε τον εγωισμό και την ψωνάρα σου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
Εδώ έχω εμένα, εδώ κι εσένα.
Άσε τα άστρα εκεί πάνω που παίζουν με τις φανταχτερές και πυρακτωμένες κηρομπογιές τους.
Γαμώ την ασυλία του μυαλού.
Γαμώ το κόμπλεξ του κόσμου να θεωρεί ευθύς εξαρχής πως είναι καλύτερος και πως, ποτέ μα ποτέ δε χρειάζεται να κοιτά και να βλέπει.
Τίποτα δεν είστε. Μα τίποτα απολύτως. Σκόνη μέσα στο νερό.