Archive for January, 2008

Μαμά, μπαμπά…

January 19th, 2008

έχω ξυπνήσει με πολύ κακή διάθεση σήμερα. Μακάρι να ‘ξερα το γιατί. Ξέρω μονάχα πως ήρθες σαν το τρισευτυχισμένο σκυλάκι να με χαϊδέψεις και να με φιλήσεις, με το που άνοιξα το μάτια μου, κι εγώ, το μόνο που ήθελα, είναι να μείνω στην ησυχία μου. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, κρατιόμουν από τους τοίχους, από το πάτωμα, από την ψυχή μου την ίδια και δεν ήθελα να με ακουμπήσει κανείς. Δεν ήθελα ήχους στα αυτιά μου, ούτε σάλια, ούτε δαχτυλιές πάνω μου.

Έτσι ξύπνησα βρε παιδί μου. Δε σου έχει συμβεί δηλαδή εσένα ποτέ;

Και μετά, όταν έπεσαν οι πρώτες σταγόνες νερού στο πρόσωπό μου, θυμήθηκα τους ρόλους που παίξαμε χτες το βράδυ.

Καλά, εσύ τον εαυτό σου έκανες. Εντάξει.

Εγώ όμως, με έπιασα να μιμούμαι τους γονείς μου. Τη μητέρα μου, στα πιο πολλά σημεία. Ατάκες που ακούω χρόνια τώρα. Κινήσεις που περνούν από μπροστά μου. Γκριμάτσες και φράσεις ευτυχίας ή ρουτίνας. Είναι αστείο. Σα να παίζω σε κάποιο θεατρικό. Το ρόλο το δικό μου, φυσικά εγώ μου τον έραψα.

Γιατί, θες να μου πεις ότι εσένα δε σου έχει συμβεί αυτό σε “σοβαρή” σχέση, whatever that means?

Ξαφνικά να αισθάνεσαι σα σύζυγος ή σαν μπαμπάς, σα γυναίκα κάποιου ή νοικοκυρά ή δεν ξέρω κι εγώ τι!

Και να μπαίνουν στο στόμα σου από μόνες τους, ατάκες χιλιοειπωμένες, μα ξένες. Ατάκες των γονιών σου;

Ε λοιπόν εμένα μου συνέβη. Σε τούτη δω τη σχέση.

Δεν είναι απλώς σχέση ή sex οπότε δεν μπορώ να υποδυθώ τον εαυτό μου. Οπότε πρέπει κάτι να κοπιάρω. Ή από κάπου να… εμπνευστώ.

Κι έτσι με ακούω να “παίζω” τους γονείς μου. Δεν είναι τόσο τρομακτικό αν το καλοσκεφτείς. Απλώς μου τη σπάει η αντιγραφή.

Γιατί, το ήξερα κι από χτες το σενάριο για να βρω τα λόγια;

Είναι όπως όταν κάποιος γίνεται γονιός, φαντάζομαι. Αν και, εκεί, είναι τα ένστικτα που παίζουν μπάλα.

Πάντως εγώ, ακόμη και τώρα, κάτι ώρες μετά, χάλια διάθεση έχω. Δε με ενοχλεί όμως είναι η αλήθεια. Γιατί, δε δικαιούμαι εγώ, δηλαδή, να μην είμαι η πανάλαφρη, χρωματιστή και παιχνιδιάρα πεταλούδα μια μέρα;

-Μαμά, μπαμπά! (με ενθουσιασμό)

Σας μοιάζω.

(γιούπι)


Πηγή εικόνας: the.earth.li

Σε ερωτεύομαι κάθε μέρα ξανά

January 18th, 2008

Είμαι κρυμμένη πίσω από χιλιάδες άδεια cd, που καθρεφτίζουν το ουράνιο τόξο, την ίριδα που σχηματίζει ο λαμπτήρας.

Παρακολουθώ τα δάχτυλά σου πάνω στο πληκτρολόγιο να χοροπηδάνε ρυθμικά κι αποφασιστικά.

Το στόμα σου είναι σφιγμένο, καθώς μουρμουράς γραμμές κώδικα στην άβολη wide screen οθόνη που τρεμοσβήνει.

Κι από το βάθος, μια άλλη λάμψη, η τηλεόραση, ξεχασμένη σε κάποιο κανάλι, φέγγει το μοναδικό φως στο διπλανό δωμάτιο.

Αναρωτιέμαι στα διαλείμματα που κάνεις στο μυαλό σου, τι να σκέφτεσαι;

Που κατευθύνεις τη σκέψη σου;

Πόσο με έχεις αφήσει να μπω στ’αλήθεια μέσα σου.

Κι ανυπομονώ να τελειώσεις το πρόγραμμα με το οποίο έχεις καταπιαστεί μια ολόκληρη εβδομάδα τώρα, για να τρέξεις προς το μέρος μου, να γονατίσεις και να με πάρεις μια τεράστια, πολύ τρυφερή αγκαλιά.

Ή να με σηκώσεις με νόημα από την καρέκλα, να τυλίξεις τα χέρια μου γύρω από την πλάτη σου και να αναστενάξεις πόσο σου ‘λειψα, γλυκαίνοντας το πρόσωπό σου.

Ή να κάνεις κάτι, τελοσπάντων, για να σ’αγαπήσω από την αρχή, να σ’ερωτευτώ και σήμερα. Να ξέρω, πως κάθε πόρος σου με έχει ανάγκη και κάθε ανάσα που παίρνεις με βάζει ακόμη πιο μέσα σου.

Πηγή εικόνας: confluxfestival.org

Το παραμύθι της καραμέλας

January 18th, 2008

Σκέφτομαι ένα παραμύθι… Ένα παραμύθι που η γλώσσα μου θα κεντήσει τώρα δα.

Ξετυλίγω μια καραμέλα από το πλαστικό, διάφανο, ρυτιδωτό της περιτύλιγμα και την κοιτάζω να γλιστρά με χάρη, με γρηγοράδα, με πολλές υποσχέσεις ανάμεσα από τις φωνητικές μου χορδές. Τη βλέπω να χοροπηδά αγγίζοντας τα όργανα μέσα μου και να κάθεται σε κάποιο στρογγυλεμένο βραχάκι των σωθικών μου. Να αφήνεται αναπαυτικά στον ήχο των σταλακτιτών, στην ηχώ της ησυχίας. Και να βλέπει τριγύρω, σαν άλλοι καταρράκτες, να ρέει το αίμα. Πορφυρό, ορμητικό, ζωοφόρο.

Ένα παραμύθι, μια καραμέλα. Χρώμα βανίλιας και σοκολάτας. Γεύση τσιμπητή, μέντας. Αφή τραχιά, με βαθουλώματα, καμπύλες και μέσα της, μύριες φουσκίτσες.

Καραμέλα… Μοιάζει με φυσητό γυαλί.

Μοιάζει με λείο βότσαλο, έτοιμο να αναπηδήσει στο νερό.

Μοιάζει με διογκωμένη σταλαματιά που θα κάνει γκελ στο παράθυρο, μετά στο πάτωμα και θα προσγειωθεί ανάμεσα στις παλάμες, κοιτάζοντας λαίμαργα στα μάτια.

Το παραμύθι της καραμέλας.

Της καραμέλας που ταξίδεψε, που τη γεύτηκαν, που την ξετύλιξαν και που κάποια στιγμή, προς το τέλος της, την ξανατύλιξαν! Την κοίταξαν για κάμποση ώρα και την τοποθέτησαν και πάλι μέσα στο γυάλινο βάζο. Και μετά, την άφησαν για άλλους 3 αιώνες εκεί ψηλά. Στο ράφι το τελευταίο, το κατασκονισμένο, το αραχνιασμένο.

Κι εκείνη έμεινε να γυαλίζει, να γλυκαίνει, να στρογγυλεύει. Μέχρι να βυθιστεί στο επόμενο στόμα και να παίξει τσουλήθρα σε καποιανού άλλου τα “ηχεία”.

Το παραμύθι της καραμέλας, που ποτέ δεν τελειώνει.

Ποτέ δε στερεύει.

Μήτε από ζάχαρη, μήτε από ζεστή θύμηση. Μήτε κι από πολύχρωμα δολώματα.

Πηγή εικόνας: sparklingangel.forumfree.net

Men first!

January 16th, 2008

(Πηγή εικόνας: fwto.pblogs.gr)

Μου βγάζεις γλώσσα και γυαλιστερές μπίλιες τρέχουν από τα σάλια σου και προσγειώνονται στις ρώγες μου.

Φτύνω την κάβλα μου σε ολόκληρο το σώμα σου, σε ερεθίζω απόλυτα, γραπώνω τα γεννητικά σου όργανα και η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει.

Ποιος θα τελειώσει πρώτος απόψε; Ποιο σώμα θα πέσει πρώτο, εξουθενωμένο στα σεντόνια;

Ποιος λαιμός θα λυγίσει, ποιο μάτι θα κλείσει με ικανοποίηση και ποιανού το στόμα θα ηχήσει σα γάτα, αφού χαμογελάσει διάπλατα;

Με κοιτάς με αλλοιωμένο βλέμμα την ώρα που σε καρφώνω ολόκληρη.

Το κορμί μου σπαρταρά στα χέρια σου κι εσύ, αυτοσυγκεντρώνεσαι, πιάνοντας βίαια τους μηρούς και τη μέση μου.

Βλέπω, όχι καθαρά όμως, το πρόσωπό σου να συρρικώνεται, τα χαρακτηριστικά σου να μαλακώνουν και τα μάτια σου να σφίγγουν.

Και στο τέλος, απλώς δε βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα μπροστά μου. Απλώς αφήνω να ξεχυθούν από μέσα μου όλες οι φαντασιώσεις της μέρας.

Κι όταν πια, αγκαλιαστούμε σαν τα σαλιγκάρια και ξυπνήσουμε από την ηδονή, σε ψαχουλεύω με νάζι. Κι εσύ βαριανασαίνεις πολύ-πολύ κοντά μου και μου εξιστορείς τι ζήσαμε μόλις!

Λέω να μου χαρίσω μια μέρα!

January 13th, 2008

Το χειρότερό μου είναι όταν αισθάνομαι άρρωστη. Ακόμη περισσότερο κι από το να είμαι, τελείως μα τελείως.

Αυτό το πράγμα, το ντεμί πάνω στο θερμόμετρο, η αίσθηση ότι τώρα, να, θα πέσω, τώρα θα τσακίσουν τα γόνατά μου και κυρίως η αδυναμία, είναι η μικρή κατάρα μου.

Από το μεσημεράκι της Παρασκευής με έχει πιάσει ένας πόνος, σα βουλοκέρι, στη μήτρα μου. Ή κάπου εκεί τριγύρω!

Με καίει, με ψήνει και δε λέει να μου τη χαρίσει. Κι επειδή άλλαξε ήδη η μέρα και η βαλίτσα πάει μακριά κι εγώ έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι γιατί θεωρώ ότι εγώ είμαι άτρωτη και τσαντίζομαι με τον εαυτό μου που μου επιτρέπει να πονάω, ουφ, έχω δυστυχώς αρχίσει να σκέφτομαι αρνητικά.

Τους γιατρούς τους σιχαίνομαι φυσικά. Το γυναικολόγο μου δεν τον έχω πρώτο στη λίστα των μισητών αλλά… ποιος ανοίγει τα πόδια μες το κρύο; Λες και θα με “βγάλει” στην πλατεία Ομονοίας κάνω, το ξέρω. Βλακείες.

Απλώς δε γουστάρω. Γιατί να το αιτιολογήσω; Και κυρίως, δε γουστάρω να ανοίξουν υποθέσεις και ιστορίες που δεν κλείνουν εύκολα ή αναίμακτα.

Γι’αυτό, αν και είμαι μέσα στην κακή τη διάθεση σήμερα, πήρα την εξής απόφαση.

Και την απόφαση, υπόψη, την πήρα, έχοντας βγει εντελώς μαζοχιστικά μες την ψύχρα και την υγρασία, πριν από καμιά ώρα, για να περπατήσω και να βρω, σαν άλλος βρυκόλακας, κάνα γλυκό. Σοκολατένιο εννοείται!

Αύριο λοιπόν, σήμερα δηλαδή, την Κυριακή τελοσπάντων, θα μου την αφιερώσω. Θα χαρίσω μια μέρα στον εαυτό μου! Μπορώ, no;

Θα ξυπνήσω αφού το σώμα μου καταφέρει να ξεκουρελιαστεί και να ηρεμήσει λιγουλάκι, θα μου φτιάξω ένα τεράστιο κακάο, καστανάκια, θα γεμίσω τη θερμοφόρα που και τώρα την έχω ζωστεί σαν πυρομαχικό ανάγκης, θα μπω κάτω από την κουβέρτα και θα βασιλέψω μπροστά από την τηλεόραση, βλέποντας ό,τι σειρά μεταμεσονύχτια, αστυνομική και ψυχολογική έχασα μες την εβδομάδα κι ό,τι καρτούν και κόμικ μπορέσω να κλέψω από την ταινιοθήκη του άντρα.

Πω πω, ζαχάρωσα τώρα. Ας είναι μια μπούρδα αυτό που συμβαίνει ή κάνα φαντασιόπληκτο κρυολόγημα ή κάτι που θα ξεθωριάσει άμεσα όμως.

Καλή Κυριακή…

Εσύ τι θα χαρίσεις σήμερα στον εαυτό σου;

Είπαμε… η ζεστάδα της Κυριακής!

Όταν το συναίσθημα ξερνά τη λογική. Υ.Γ. Μη μασάς, παιχνίδι είναι!

January 10th, 2008

(Πηγή εικόνας: yiorgosbs.wordpress.com)

Έχει πλάκα και είναι από κείνα τα πράγματα, που σε κάνουν να σκέφτεσαι αν όντως υπάρχει αυτό που λέμε “τυχαίο”! Ποτέ μου δεν το πίστεψα αυτό. Κατά 99% θεωρώ πως ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιον λόγο. Ω ναι!

Πρόσφατα στα σχόλια απάντησα στην after8 πως, κατ’εμέ, τυφλή δεν είναι η αγάπη, μονάχα η λογική! Και τούτο, επειδή πάντα στηρίζεσαι στο ότι 1 + 1 = 2!!!

Η μαγεία με προσκάλεσε να συμμετέχω σε ένα παιχνίδι και μου ζητά να γράψω ένα κείμενο με τίτλο “Έρωτας δίχως λογική”.

Επειδή όμως είπα να ευθυμήσω λιγάκι και να βγω από τη νάρκη της εσωτερικής κηδείας, θα βάλω δικούς μου “όρους”, και θα γράψω κάτι σα Συναίσθημα Vs Λογική.

~ Οπότε, δηλώνω αθεράπευτα και περήφανα Συναισθηματικός άνθρωπος.

Όσον αφορά το συναίσθημα, εμπιστεύομαι τυφλά:

> τη διαίσθησή μου

> τη σχέση μου με το σώμα μου, το οποίο “διαβάζω”

> το ταλέντο μου στη Μουσική

> τις ανάγκες της καρδιάς και της ψυχής μου, όπως βγαίνουν στην επιφάνεια όταν βουτάω μέσα μου

> και την ευφυία μου

Κατά τα πτωχά λοιπά, περνάω στο στρατόπεδο της λογικής, σχεδόν απόλυτα, όταν:

< θέλω να μείνω ψύχραιμη

< ποντάρω στην αντίληψή μου

< χρησιμοποιώ τις λέξεις των ανθρώπων

< επιχειρηματολογώ

< πρέπει να βρω λύση, πώς να ανεβάσουμε το πιάνο στον 4ο!

Με τη σειρά μου, να προσκαλέσω τους: trelofantasmeni, tzonakos, melomenos, tistrellis, Νιόβη και Μαλίνα να γράψουν, άμα κάνουν κέφι, σε ποια πλευρά του ποταμού κατοικούν αλλά και 5 + 5 πράγματα, που εμπιστεύονται από το ημισφαίριο του συναισθήματος κι εκείνο της λογικής.

Τι γεύση έχουν τα δικά σου δάκρυα;

January 9th, 2008

Δάκρυα χρωματίζουν την επιδερμίδα μου. Γλυκερό νερό αποχρωματίζει τη διάθεσή μου.Σκέφτομαι… ξανά.

Αν ποτέ μου δεν είχα σκουπίσει κανένα δάκρυ, το πρόσωπό μου θα είχε άλλη γεύση;

~
Ό,τι τρώμε και πίνουμε μας δίνει χρώματα, οσμές.

Ό,τι εκβάλλω έχει γεύση;Κάθε δάκρυ σημαίνει κι άλλη πρώτη ύλη;

~

Το πρωινό δάκρυ ήταν τα δημητριακά, το φρέσκο ξύπνημα και η ανάγκη μου να κάνουμε έρωτα;

Το μεσημεριανό ήταν το μαύρο τσάι, η ζωτικότητά μου, η ανάγκη μου να σε μαγνητίσω;

Το απογευματινό μου κλάμα, ήταν το τίποτα, το φως των κεριών και η ανάγκη μου να μη με αγγίξεις;
~

Και τώρα στέκω εδώ. Κι αγγίζω τις φλούδες του προσώπου μου. Δάκρυ πάνω στο δάκρυ. Χτίσαν ένα όμορφο προστατευτικό. Ποτέ σου δε θα μάντευες βέβαια ότι έχω κλάψει. Γιατί η ψυχή των δακρύων είναι διάφανη.

Γιατί όταν το στόμα μου μιλά, ισορροπεί πάνω σε τόνους λέξεων.

Κι όταν το μάτι μου κοιτά, διαπερνά χιλιάδες βλέμματά σου.Το στόμα μου έχει μνήμη. Το μάτι μου έχει αναμνήσεις.

Και μπαίνει, και ξεφλουδίζει, και τρυπά, και προσπερνά.

Με έκανες να πονέσω. Με έκανες να δακρύσω. Ποιος πούστης θεός σου έδωσε το δικαίωμα να κρύψεις το πρόσωπό μου;

Ε;

Μια κηδεία μέσα μου

January 9th, 2008

Σήμερα θάβω κάτι. Κάτι έχασα. Κάτι άφησα να φύγει. Με κάτι κουράστηκα και παραιτήθηκα.

Σήμερα οργάνωσα τον ύπνο μου. Τον έφερα στη μέρα μου, στο φως. Τον έντυσα με λευκά χρώματα και τον άφησα να μπει στο χρόνο μου.

Σήμερα η καρδιά μου σε κατάβρεξε με μαύρο μελάνι, αφού σ’είδε να φτύνεις νερό στις σκέψεις μου. Να τις βουλιάζεις.

Σήμερα κάνω κηδεία σε σένα και μένα.

~

Σου ‘χει τύχει να παίξεις με το χρόνο της καρδιάς;

Τι είναι τούτο;

Νομίζω πως η καρδιά μου, η καρδιά σου, έχει μέγεθος, βάθος, μια ραμμένη τσέπη που χωρά χρόνο.

Όταν με στολίζεις με ευτυχία, ο χρόνος της καρδιάς διογκώνεται.

Κι όταν μου κλέβεις το δικαίωμα να είμαι καλά, τρυπάς με λεξούλες την υφασμάτινη τσέπη.

Κι η άμμος από την πλαστική κλεψύδρα κυλά, κυλά και κατρακυλά.

Ε, σήμερα έφερες μαύρα τριαντάφυλλα στο χρόνο μου.

Έφερες θεατές και εξέδρα.

Μοίρασες πασατέμπο και μαλλί της γριάς.

Και κάθισες όλος πάνω στην βαλβίδα του χρόνου της καρδιάς μου.

Να την πάρεις όλη μαζί σου. Να της αφαιρέσεις το χρόνο της.

Μια κηδεία μέσα μου. Το τίποτα, ο ύπνος.

~

Μ’άφησες και δε με κράτησες.

Με βάρυνες.

Μου φόρεσες όλα τα υφάσματα του χρόνου και με έσπρωξες στα αμπάρια των τόπων.

Πηγή εικόνας: wiggler.gr

Σαν το σπέρμα

January 8th, 2008

Κάθε φορά που εκπνέω, φεύγουν από το είναι μου, μικροσκοπικά κομμάτια. Άλλα είναι άχρηστα, απόβλητα κι έτσι δεν αισθάνομαι πως χάνω κάτι. Τουναντίον, ίσως νιώσω και πιο ελαφριά.

Άλλοτε όμως αποδρούν σημαντικές ψηφίδες της εσωτερικής μου καρδιάς. Μικρά “θέλω”, μικρά “είμαι”, μικρά “κάνω” και μικρές αχτίδες. Σχεδόν αναντικατάστατα όλα αυτά, βρίσκουν το δρόμο της ελευθερίας τους και σπέρνονται στον αέρα. Κι όπως στροβιλίζεται σα χορεύτρια τ’ ολόγιομο φεγγάρι, έτσι φυτεύονται απαλά-απαλά μέσα σε άλλα δοχεία ανθρώπων.

Κι από κει, συνεχίζουν την αποστολή τους. Να σε γεμίζουν, να σε παιδεύουν, να σε οδηγούν, να σε φωτίζουν.

Κι έτσι, ο επόμενος άνθρωπος-φορέας αποκτά νέα όνειρα και νέες επιθυμίες. Νέα δύναμη και νέα τύχη. Γιατί προέρχεται από κάποιον άλλο. Νέα βάσανα και καινούργιους εφιάλτες.

Ένα ταξίδι αέναο. Μια αλυσίδα. Μια μπάλα. Ένα σύμβολο.

Σκέψου πως ίσως το όνειρο το αλλόκοτο που δες χτες το βράδυ, να ανήκει σε αλλουνού τη ζωή. Πως το συναίσθημα που άξαφνα σε τσίμπησε ανήκει σε έναν παλιό σου γνώριμο. Πως αυτό που μόλις σκέφτηκες και σου ‘ρθε βαρύ σα πονοκέφαλος, ταξίδεψε χιλιάδες λάμψεις για να φτάσει σε σένα, τυχαία.

Ίσως ξεφύγει και πάει αλλού, στην επόμενη σου ανάσα. Ή στο φτέρνισμα! Ίσως όμως κατακάτσει μέσα σου και δε βγει ποτέ. Και γίνει το νέο κομμάτι της μοίρας σου.

Πηγή εικόνας: oltreilcancello.wordpress.com

Οφθαλμαπάτη της καρδιάς

January 7th, 2008

Είναι περίεργο το πώς μπορεί να αλλάζει θέση η ζωή μας. Λες και την κοιτάμε από διαφορετική γωνία, με περισσότερο φως ή λες και ξαφνικά ψηλώσαμε και πολλά πράγματα μας φαίνονται πιο μικρά κι αδιάφορα.

Ξέρω ότι αυτό που ετοιμάζομαι να δημιουργήσω είναι πολύ προσωπικό. Θα μου πεις, γιατί τα άλλα, τα σαρκικά, δεν είναι τελείως μα τελείως δικά μου; Ναι, αλλά για κάποιο λόγο, δε διστάζω να τα αποτυπώσω εδώ “πάνω”, εδώ “μέσα”.

Τούτο όμως αποτελεί και μια περγαμηνή του παρελθόντος και είναι κάτι, να, πιο ψυχικό. Από κείνα κει που συνειδητοποιείς όταν έχεις γίνει λιώμα πια και το μάτι σου δε λέει να στεγνώσει.

Κι όμως τώρα είμαι (ακόμη) νηφάλια, αν και έχω μπει σε μια υπερπροσπάθεια να ζαλίσω τα σωθικά μου. Με μπύρες, έστω. Γίναμε φτηνιάρηδες μπεκρήδες βλέπεις.

Είχα πάρα πολύ καιρό να κάνω σοβαρή σχέση. Δεν ξέρω κι αν είχα μπει ποτέ μου σε αυτό το τριπάκι. Σίγουρα είχα ερωτευτεί σφόδρα… Τότε… Και τόσο! Και πάντα νόμιζα ότι κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει εκείνη τη λατρεία, την εξύψωση, την ανάγκη υποτίθεται. Του να νομίζεις τόσο γλυκά και βασανιστικά πως δεν μπορείς να κάνεις βήμα χωρίς τον άλλο. Πως αν βγεις έξω χωρίς να τον έχεις αγκαλιά ή χεράκι-χεράκι, δε θα ισορροπήσεις αρκετά και θα γκρεμοτσακιστείς. Θα παραπατήσεις και θα χτυπήσεις ανεπανόρθωτα.

Οφθαλμαπάτη της καρδιάς.

Και μετά αγάπησα φυσικά. Υπήρξε μάλιστα ένας άνθρωπος στη ζωή μου, που ποτέ μου δεν τον ερωτεύτηκα. Τον αγάπησα κατευθείαν. Μουσικός στο επάγγελμα. Η μεγάλη μου αδυναμία. Ανέκαθεν.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά, αιώνες ολάκεροι, έχει μπει κάτι στη ζωή μου, που τολμώ να το αντικρίσω και να το αντιμετωπίσω ως σχέση. Ναι, σοβαρή. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Διότι εγώ τα έχω και λιγουλάκι μπερδεμένα στο μυαλό μου, ως άνθρωπος των άκρων.

Αλλά έτσι τη λένε οι πολλοί. No?

Σχέση σοβαρή λοιπόν. Από κείνη, όχι που ετοιμάζεσαι να την αλυσοδέσεις με βέρες και κουφέτα, αλλά από κείνη που λες “είμαστε μαζί” βρε παιδί μου. Και οι σερπαντίνες σε αυτή την περίπτωση είναι η συγκατοίκηση, το μοίρασμα και η προσφορά πολλών πραγμάτων, η αλήθεια που γίνεται συνείδηση και κατόπιν υποσυνείδητο του ότι “εσύ είσαι ο σύντροφός μου”. Επικίνδυνη λέξη, κατ’εμέ. Αλλά εγώ, από την άλλη, είμαι και άνθρωπος που πάντοτε φοβόταν την εφ’όρου ζωής δέσμευση. Δηλαδή τι; Δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να πάω με άλλον; Κι αυτό τώρα είναι καλό πράγμα;

Μέχρι να πεθάνω μαζί σου θα είμαι; Πολύ μονογαμία. Αφόρητη.

Και ναι, τα τελευταία χρόνια αλήτεψα καλά. Μεταξύ μας πάντα αλήτευα και το ‘κανα με τους δικούς μου όρους. Κι ευτυχώς για την αυτοπεποίθηση και την ερωτική μου παιδεία, γινόντουσαν αποδεκτοί. Και τους άντρες που “επέλεξα” τους έβαλα όπου ήθελα εγώ. Και για όσο, φυσικά. Και είχα την ανεξαρτησία μου ανέγγιχτη και τα πρωινά μου καθαρά.

Όσο όμως κι αν γούσταρα το παιχνίδι, τόσο δεν μπορούσα παρά να βλέπω φιλιά γύρω μου και να κολλάω. Δε νομίζω ότι υπήρξε ποτέ  στιγμή και διάθεση, που να είδα ζευγάρι να κρατιέται χεράκι-χεράκι και να μην αιστανθώ ότι το θέλω κι εγώ αυτό, για μένα.  Ήθελα γαμώτο έναν άνθρωπο για μένα, ήθελα να μπορώ να μοιραστώ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. Κι όσο πάει. Ήθελα να έχω ένα πλάσμα τόσο κοντά μου, μια ψυχή που να της εμπιστευτώ τη φορεσιά μου κι αυτή να τη σεβαστεί. Να μη μου την τσαλακώσει. Και ήθελα να κάνω σχέση. Εδώ και δύο χρόνια, χτιζόταν αυτός ο πυρετός. Του “είμαι έτοιμη”. Νομίζω…

Κι όσο κορυφωνόταν αυτή η καμπύλη, τόσο αιστανόμουν ότι αρκετά έπαιξα και πως μπορώ τώρα να κοιτάξω έναν άντρα και να τον δω ως άνθρωπο. Κι όχι σαν… !

Και τώρα που έχω όλα τα χάδια και τις αγκαλιές του κόσμου, όλα τα όνειρα του “κοιμόμαστε αγκαλιά” και “ξυπνάμε με φιλιά” κι όλα τα αγγίγματα, στα οποία έχω αδυναμία, βλέπω πως ένας μεγεθυντικός φακός έφερε κοντά μου όσα έβλεπα, κι όσα κατά καιρούς έζησα. Αποσπασματικά, για λίγο, έστω.

Και βλέπω πως, ακόμη και σε μένα, έναν άνθρωπο τελείως ατίθασο, που δεν αντέχει να ανήκει πουθενά, εκτός ίσως από τη Μουσική και τον αέρα,  φτάνει το μαγικό ραβδί. Και γαληνεύω ξέροντας πως τώρα μπορώ να σε κοιτώ. Κι ας μη σε έχω αύριο. Είναι όμορφο, το να γεμίζεις ευτυχία από έναν και μόνο άνθρωπο! Κι ας μη θέλουμε να παραδεχτούμε πως έχουμε ανάγκη…

Μη γελάσεις.

« Prev - Next »