Ξαναζώντας το Θάνατο

demon March 16th, 2010

Χτες έκλεισε ο ένας μήνας. Δεν ξέρω γιατί… αιστάνομαι σα να έχει περάσει πολύς περισσότερος χρόνος από τότε…

Ένα τόσο φωτεινό κερί έσβησε. Συνεχίζω να το σκέφτομαι, να το θυμάμαι αναμμένο, να φεγγοβολά στη ζωή μου, σε μπλεγμένες στιγμές.

Παρόλα αυτά, εκείνη τη στιγμή που η ανάσα από μέσα του πέταξε, τη θυμάμαι σαν κάτι πιο μακρινό. Όχι απωθημένο… Δεν το απωθώ. Το κρατώ. Το φυλάω.

Τι σημαίνει αυτό όμως; Ότι το έθαψα πιο βαθειά από ό,τι… πρέπει; Ότι έσκαψα και το έριξα πιο μέσα; Ότι αφήνω το σχοινί του λίγο-λίγο;

Ή απλώς ότι “επέτρεψα” στις ακτίνες της ζωής να εισχωρήσουν παραπάνω από ό,τι συνήθως;

Ε;

Πηγή εικόνας: alextooth.deviantart.com

Εγώ φεύγω πάντως (γαμώ τον καιρό μου)

demon March 11th, 2010

Πολύ μουντίλα ρε παιδί μου. Πάνω που έλεγα να ανακάμψω και τσουπ… ο ουρανός δεν ανοίγει με τίποτα. Τι “σουσάμι” του φωνάζω, τι πότισμα του τάζω, τι ότι θα κάτσω φρόνιμα κάνα Σαββατοκύριακο ή άντε, καμιά βδομάδα και τίποτα. Εκεί. Άσπρο σεντόνι πάνω από το κεφάλι μου, μονίμως εκεί.

Τελικά ναι. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς χρώμα.

Οπότε, μέχρι η φύση να αποφασίσει να φυσήξει πάνω στην παλέτα και να γεμίσει εδώ κι εκεί πιτσίλες κι αποχρώσεις, εγώ ξαναγυρνάω στη μουντίλα μου. Καινούργιο κι αυτό φέτος.

bye-bye

Πηγή εικόνας: vincik.deviantart.com

Αν είσαι εκεί, νεύσε!

demon March 3rd, 2010

Δε με βλέπεις. Σωστά;

Τώρα που ξεντύνομαι. Δεν είσαι εκεί. Δε με βλέπεις.

Την ώρα που μασουλάω όνειρα και ψιθυρίζω το γρασίδι στους βόστρυχούς μου, δεν είσαι εκεί, ναι;

Όχι, δεν είσαι.

Δεν ξέρω εάν θέλω να είσαι. Ώρες-ώρες το θέλω. Νομίζω.

Ποτέ δε μ’ένοιαζε να έχει ουρά το φόρεμά μου, το γεμάτο νούφαρα και τρυπούλες ανύπαρκτες.

Τώρα όμως, ίσως και να χρειάζομαι να με βλέπεις.

Έτσι, για να ξέρω ότι είσαι εκεί. Για να ξέρω ότι παίρνω κλεφτές ματιές ακόμη. Από φίλους κι εραστές, φθονερά, χοντρά πράγματα και σιλουέτες που χορεύουν ό,τι πιο φιδίσιο και μεθυστικό. Ίσως να θέλω να με δεις. Και να με τσιμπήσεις.

Είσαι εκεί;

Πηγή εικόνας: mitchalltogether.deviantart.com

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΑΣ *

demon February 25th, 2010

Δε θέλω να ξαναζήσω κηδεία για πολύ καιρό. Πάρα πολύ καιρό.

Ούτε θέλω να ξαναδώ τόση απόγνωση στα μάτια μου. Στο πράσινο μάτι μου. Απόγνωση. Ένταση. Ερωτηματικό.

Ήμουν χαμένη. Και ήμουν στο επίκεντρο. Και δεν ήξερα. Και δεν ήθελα. Ένα αέναο, κατάμαυρο τσίρκο. Με εμάς πρωταγωνιστές. Δε θα έπρεπε. Η θλίψη είναι κάτι το προσωπικό.

Μια αγρυπνία. Εσύ κι εγώ καρφωμένοι για πάνω από 10 ώρες σε ψάθινες καρέκλες, στην κουζίνα. Αγρυπνία. Ζωντανά λουλούδια πάνω σε νεκρό σώμα.

Ένα ταλαιπωρημένος άνθρωπος να κάθεται δίπλα στο φέρετρο και όλοι να τον κοιτούν. Και να αναρωτιούνται, να συζητούν για εμάς. Γιατί δεν είμαστε κι εμείς εκεί μπροστά, να κλαίμε και να κοιτάμε το νεκρό μας.

Και την άλλη μέρα, η εκκλησία. Και ξανά να με ζητάς εκεί πάνω, στο κέντρο, εκεί που συναντιούνται τα χαλιά και φωτίζει βαρύς ο πολυέλαιος. Δίπλα σε ένα μικρόφωνο. Δεν ήταν δημοσιογραφικό αυτή τη φορά. Ούτε έπαιρνα εγώ τη συνέντευξη.

Μιλούσε ένας μαυροφορεμένος που δεν τον ήξερα. Έψελνε. Ήταν τόσο αδιάφορος και τόσο βαρετός. Τόσο ανύπαρκτος εκείνη τη στιγμή. Όπως και οι δεκάδες πιστοί εκεί μέσα, που ήρθαν να αποχαιρετήσουν, για τώρα.

Και μετά, στην ανηφοριά, όλοι κάναμε φιδάκι. Λες και πηγαίναμε για πικ-νικ κάτω από τα κυπαρίσσια, κρατώντας λουλούδια και κεριά αντί για καλαθάκια και υφασμάτινες πετσέτες, τυρί και κρασί. Και ήρθε ξανά το φέρετρο. Δεν του γλιτώναμε. Βγήκε από το αυτοκίνητο που τόσα λεπτά ακολουθούσαμε. Βγήκε. Προσπέρασε τη ζωή.

Το κουβάλησαν άχαρα κι ασυγκίνητα μπροστά μας. Περάσαν τα χοντρά κορδόνια, τα σκοινιά με τους κόμπους της ζωής από κάτω. Το σύραν όπως-όπως μέσα στη γη. Στο τετράγωνο, χωμάτινο φέρετρο μπήκε το ξύλινο, τυπικό φέρετρο. Το ανοιχτό. Το γεμάτο…

Το μπουκωμένο από λουλούδια. Ανθοδέσμες. Χρώματα πάνω στο θάνατο. Να μπορούσε να ήταν αστείο!

Σε ράντισαν με λάδι. Γέμισαν την αγαπημένη σου μαξιλαροθήκη με χώμα. Σου πέταξαν τη ζωή στα μούτρα. Και σε στείλαν πιο μέσα στις ρίζες, στις πλάκες, στους κόκκους.

Και μετά η βύθιση μέσα στην συμπαγή κολυμπήθρα. Πουθενά νερό ή χώρος να αναπνεύσεις. Μονάχα μερικά εκατοστά σου αναλογούν εδώ κάτω. Μέχρι να την κάνεις με τεράστιες απλωτές. Γρήγορες, ακατάπαυστες. Να αφήσεις φτερά πίσω σου. Πουπουλάκια. Να δείξεις ότι αποφάσισες εσύ να φύγεις. Για κάπου αλλού. Που;

* “Στην υγειά της Βούλας
και στην υγειά τη δική μας…”

Έφυγε ένα ολόγιομο αστέρι…

demon February 24th, 2010

Μια λάμα, μπηγμένη στον πάγο. Σε ατελείωτες ρηνίδες πάγου, που χαϊδεύουν όλη τη γη. Την άσπιλη γη, την υπομονετική γη, τη ζωντανή, θαρραλέα γη. Που γεννά και σπέρνει, που ελπίζει και περιμένει, που καλοσωρίζει και αποχαιρετά.

Πως να αποχαιρετήσεις όμως;

Πως να αποχαιρετήσεις;

Κανείς δε σου ζητά να ξεχάσεις. Αλίμονο.

Πολλοί περιμένουν να παρελάσεις από μπροστά τους με δάκρυα-κρυσταλλάκια κολλημένα άγαρμπα σε μέτωπο και μάγουλα. Δάκρυα που δε στεγνώνουν ποτέ. Άλλωστε το γυαλί δε στεγνώνει. Δεν κολλάει. Δεν ταιριάζει, ούτε εναρμονίζεται.

Η θλίψη είναι κάτι το τόσο προσωπικό, πως περιμένεις να το διαβάσω εμπρός σου;

Ούτε να το κρύψω, μήτε να το διαδώσω.

Πονάω. Ναι.

Να αποχαιρετήσω. Στα 27.000 πόδια. Κάπου κει, ανάμεσα σε Αθήνα και Χαλκιδική. Να αποχαιρετήσω μέσα από δαντέλες συμπυκνωμένου αέρα, βεντάλιες ομίχλης, όνειρα φουσκωμένα.

Πώς θα ήθελα να αντέξεις, να σε γευόμουν ακόμη περισσότερα καλοκαίρια, να σου ψιθυρίσω κι άλλες πολλές χαρές, μυστικά που θα ‘ρθούν, σκέψεις, ανάγκες, παρέα.

Ευτυχώς σου είχα πει πως σ’αγαπώ. Τελικά αυτό είναι σημαντικό. Το να προλαβαίνεις να πεις πως αγαπάς.

Και θα σε θυμάμαι όμορφα, χαμογελαστή, πάντα εκεί, γενναιόδωρα.

Α, και θα σ’αγαπώ…

ΑΝΤΙΟ για τώρα.

burrier1.jpg

Φεύγω εκτάκτως

demon February 14th, 2010

Φεύγω εκτάκτως. Ανεβαίνω Χαλκιδική. Θεσσαλονίκη. Ή κάπου στη μέση.

Ελπίζω μονάχα να προλάβω. Και να με ψηλαφίσει πριν πετάξει στο βάθος των στιγμών και του σύμπαντος.

Είναι άδικο, ναι. Σχεδόν πάντα είναι.

Βέλο. Δαντελωτό. Και πάντα μαύρο. Βέλο να καλύψει σημάδια. Θλίψη. Λογικό να λείπει η λογική. Τι να την κάνεις. Εκεί, μέσα στη θάλασσα, κάτω από την άμμο και τις άγκυρές της, η λογική είναι πολύ βαριά για να σε αφήσει να ταξιδέψεις. Κι εσύ πρέπει να μείνεις εκεί ενδιάμεσα, στις υγρές ράβδους. Και η λογική σε κρατά πάντα κάτω. Αλλά αυτό δεν έχει πάτο.

Φεύγω εκτάκτως. Μαζί σου. Μακάρι να μην υπήρχε θάνατος. Όχι τώρα. Πολύ αργότερα, ίσως.

Ελπίζω να μην τσακίσεις σα φτερά βεντάλιας.

Θα είμαι εκεί. Πάντοτε δίπλα σου. Αλλά δες! Έχεις ζωή ξέρεις. Μαζί μου.

Έλα να μπούμε στο αερο-τουτού, να πάμε κοντά τους. Να αγγίξω το πρόσωπό της. Αλλά μετά, όταν γυρίσουμε, μετά, να ξαναξυπνήσεις, εντάξει;

water-on-my-hand.jpg

Τόξο σε ευθεία

demon February 14th, 2010

Χρόνια πολλά βέλη θανατηφόρα, που μετράτε παλμούς και ζωτικά όργανα, υπερένταση και εξάψεις.

Λίγο πριν εκπνεύσει το τέλος, βγαίνει παγανιά ο Άγιος Βαλεντίνος με κόκκινο σκουφί και διάφανο μάτι και ψάχνει για θύμα. Γυμνό ή ντυμένο.

Καρδούλες παντού, καρδούλες στα όνειρα, χαραγμένες σε σοκολατένιες φέτες, μα μια καρδιά ίσως σπάσει και χυθεί από μέσα μπλε μελάνι, άσπιλο, αγνό.

Χρόνια πολλά Βαλεντίνε της πλάκας και της αφασίας. Του παραποιημένου και του τώρα.

Βέλη και δηλητήριο, μαζί στο χορό. Λευτεριά στον Βαλεντίνο λοιπόν. Στρώσε τις σταγόνες ζωή!

Πηγή εικόνας: mrmotts.deviantart.com

Για τις… λερωμένες γκόμενες (who cares)

demon February 12th, 2010

Να λοιπόν που το έκανα κι εγώ. Παραμέλησα τον εαυτό μου. Άρχισα.

Και μέσα στις σταγόνες και τα λέπια που βγήκαν πάνω μου, ξεκίνησα να σκέφτομαι ποιος μιλά γι’αυτά “τα πράγματα”. Για τις αλλαγές, τις δυσάρεστες, στη σχέση, για τη συνήθεια ή την ανία, το σεξ που φθίνει ή αλλάζει, τα συναισθήματα που μαγειρεύονται με τις ευθύνες και την απογοήτευση απλών ημι-στιγμών, για πολλά που γίνονται πιο πολύπλοκα. ΌΛΑ γίνονται πιο πολύπλοκα.

Και δε γνωρίζω εάν κάποια στιγμή όλα ξεδιαλύνουν, ξανά-απλοποιούνται και καβαλούν και πάλι τις ράγες, αλλά θα περιμένω. Και ίσως τελικά, να συνεχίσω να παραμελώ τον εαυτό μου που και που, δίνοντάς του την πολυτέλεια να φέρεται σα να είναι και πάλι εργένης, ξεχασμένος, ρέμπελος, άνετος!

Και τα δυσάρεστα θα τα πω στον ηλεκτρονικό μου πάπυρο σύντομα. Θα τα καταγράψω, θα τα συζητήσω με τον άνεμο και με όσους επισκέπτονται τις πατημασιές μου, τις λασπώδεις!

Για τώρα, μένω στις ζυμώσεις. Τις χημικές. Τις άνοστες. Τις παράφωνες. Τις σχεδόν νεκρικές. Γιατί, ξέρεις, δε θέλω να μας ενώσει ένας θάνατος. Τον χαρίζω στον επόμενο. Γιατί να πρέπει άραγε να ενώνονται δυο άνθρωποι από τα θλιβερά; Γιατί ένας θάνατος να μας φέρει πιο κοντά; Δε θέλω.

Για τον εαυτό μου τώρα, που τον άφησα λίγο να… ανθίσει (!), που άφησα το ξυραφάκι στη θήκη του κι επέτρεψα στο καλοσχηματισμένο σαλιγκάρι μου να βγάλει φύλλα στις κεραίες του, ένα έχω να πω, στην αποψινή σου ατάκα “Μωρό μου, μήπως να κάνουμε κάτι για το δασάκι σου;”. Αφού έκανα μια περιστροφή κι άπλωσα το χέρι βασιλικά πάνω στα χείλη σου, σου είπα με απίστευτο τουπέ: “Ναι, αλλά το δάσος παίρνει πιο εύκολα φωτιά!”.

ΧΑ!

Πάω να ξυριστώ mate. Να δω τι θα ανάψεις μετά! lol

green.jpg

-Υγρός αέρας-

demon January 16th, 2010

Λυσσομανάει. Παρατηρώ την τέντα να μεταμορφώνεται σε αγριεμένο, θολωμένο κύμα, να ανεβοκατεβαίνει κλίμακες, φθόγγους, σημεία στίξης και συναισθήματα του οξυγόνου.

Τη βλέπω και μέσα από την τεράστια γυάλα με το νερολούλουδο. Παραμορφωμένη, φουσκωμένη, ξενυχτισμένη, μακρινή. Και τώρα έτοιμη για όλα είναι.

Έτοιμη να τυλιχτεί γύρω από τον εαυτό της. Έτοιμη να ταξιδέψει μέχρι κάτω, τις ρίζες του δρόμου και μέχρι τις φουσκάλες του ορίζοντα.

Έτοιμη να πλανέψει, να πλανευτεί και να διακτινιστεί μακριά. Εκεί που ο ήλιος δεν είναι ποτέ ηττημένος.

Πηγή εικόνας: 2sad-eyes.deviantart.com

In your face *

demon December 9th, 2009

Ποιος ΜΑΛΑΚΑΣ χάκεψε το σύμπαν μου;

ΟΥΣΤ ρεεεε. μπζζζζζζζζζζζ

Πηγή εικόνας: lonelypierot.deviantart.com

« Prev - Next »