Archive for February 17th, 2008

Βρες το σίγμα στο τέλος

February 17th, 2008

Σταγονίδια… που κάηκαν…

Στρόγγυλοι πλανήτες… που ευνουχίστηκαν…

Το σίγμα στη λέξη «τέλος» που αργοσβήνει…

Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει τόσο γαλήνιο το χιόνι. Το ότι θολώνει το γύρω σου; Το ότι ασπρίζει τη διάθεση; Το ότι σταματά το αλλεπάλληλο γκρίζο του θορύβου; (Το θόρυβο του γκρι;) Το ότι είναι από τις πιο γλυκιές, φουρτουνιασμένες και συνάμα μεταξωτές κινήσεις της φύσης;

Βγήκα να αναζητήσω εφημερίδα, σαν το λύκο που αναζητά αίμα. Σηκώθηκα κάποια στιγμή πολύ πρωί και είδα από το μπάνιο ένα γεμάτο φως να λούζει τα ψηφιδωτά. Άραγε τον έλιωσε τον πάγο; Να βγούμε να περπατήσουμε μήπως; Να κάνουμε την Κυριακάτική μας βολτίτσα; Ξαναξάπλωσα… φυσικά! Έμεινα να αναρωτιέμαι τα παραπάνω. Ίσως και να τα έλυσα στον ύπνο μου.

Το μεσημεράκι, νωρίς, ξύπνησα και πάλι το σώμα μου. Και είδα τη μόνη μουντίλα που δε με ενοχλεί. Τη βουβαμάρα του χιονιού να καλοκουρδίζεται και να τραγουδά και σήμερα ανεβαίνοντας στην τεράστια σκηνή πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων.

Κι αν κάποιος είναι αποκλεισμένος, πως θα βρει εφημερίδα; Θα τις κρατήσουν ίσως μέχρι αύριο; Δεν είχα πρόβλημα να βγω.

Τη γούσταρα τη μίνι περιπέτεια. Του να ντυθώ σαν πολική αρκούδα, να κάνω κόκκινα μάγουλα από το ψύχος, να βραχεί το πρόσωπο και τα μαλλιά μου, να γελάσω κάτω από τις νιφάδες, να παίξω με τον εαυτό μου. Κι εσύ γκρίνιαξες πολύ σήμερα. Έδωσες ρέστα. Να μη βγω. Πώς θα βγω. Θα αρρωστήσω, θα χτυπήσω –στην καλύτερη των περιπτώσεων-, γίνομαι ξεροκέφαλη –ως συνήθως-, κι όλα αυτά για μια εφημερίδα που ούτε μπαίνω στον κόπο να διαβάσω τελικά…

Και φυσικά βγήκαμε. Και το κάναμε πολύ κέφι. Και τραβήξαμε φωτογραφίες. Και λουστήκαμε τις χιονόμπαλες. Και δεν ήταν και τίποτα τραγικό. Λίγη προσοχή στα σκαλοπάτια και στο πλακόστρωτο και ναι, ήμασταν στο δρόμο.

Τώρα, κάμποση ώρα μετά αφήνομαι να σκεφτώ, κάνοντας πέρα το χολωμένο άσπρο του χιονιού:

Τα γράμματα όλων των φυλών να χρησιμοποιήσω, δε φτάνουν για να μαρκάρω τις νιφάδες όλες του κόσμου. Να πω πως σήμερα θα σου γράψω ένα ποίημα δίχως αρχή και τέλος. Και ναι, μπορεί να μη μάθεις ποτέ πώς τελειώνει ή από πού άρχισε όλο τούτο, θα σε ντύσει ζεστά όμως και θα κρατήσει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Σε όλα τα μπιζ θα είναι εκεί. Θ’ανεβαίνει ξανά και ξανά στη σκηνή, έως ότου πεις «cut»!

entrance.jpg

Πόσο διαρκεί το χιόνι;

February 17th, 2008

Γύρω-γύρω από το φως, σαν τη μέλισσα που τρελαίνεται όταν μελώνουν τα ρουθούνια της.

Σα δακτύλιος, σα στρόβιλος, σα δίνη. Ναι, μια κάτασπρη δίνη στεφάνωσε για ώρα απόψε τη λάμπα στη λεωφόρο.

Mε πήρες από το χέρι και κόλλησες το μούτρο μου στο τζάμι της κουζίνας. Εστίασα πέρα από τα κάγκελα και τη στριφογυριστή σκάλα, πέρα από τα μπαλκόνια και τα καλώδια που μοιάζουν με γιρλάντες. Και σχεδόν άγγιξα τις νιφάδες, που σα σμήνος γυρόφερναν χωρίς σταματημό το φως.

Xιόνισε και ο φράχτης, το γρασίδι, οι λαμαρίνες των αυτοκινήτων, το μάρμαρο στα σκαλοπάτια, η κουπαστή εξαφανίστηκαν! Αντί για τα καθημερινά τους χρώματα, ε, σήμερα αφέθηκαν στο άσπρο. Στο λευκό των παιδιών και των χαμόγελων. Στο λευκό της λήθης και της παράνοιας. Στο λευκό του ύπνου και του παρελθόντος. Στο λευκό της ηρεμίας και απέραντης θλίψης…

Δώσε μου χιόνι και ιστορίες.

Δώσε μου χρόνο.

Δώσε μου γυάλινη απεραντοσύνη.

Δώσε μου ένα “τώρα” που να διαρκέσει…

snow-falling.jpg