Archive for January 2nd, 2008

what if ?

January 2nd, 2008

(Πηγή photo: blog.okizoo.com)
Γυρίσαμε σπίτι νωρίς, λίγο μετά τις 04:30. Και ξεστόμισα βγάζοντας το κράνος κι ανασαίνοντας κανονικά πως “πέρασα πολύ όμορφα. Σε ένα ζεστό σπίτι με ανθρώπους που με αγαπάνε, με καλό φαγητό, γέλια, συζήτηση, τζάκι, με δώρα και ζωντανές ευχές. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω; Πιο σωστά: δε θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα παραπάνω!”.

Μα σκέφτομαι, σήμερα πια: τι θα γινόταν αν κανένα ρολόι δε σήμαινε το 2008; Αν μέναμε στο χρόνο, όπως ο βάλτος ή η κόλλα. Στιγμής κατά προτίμηση. Αν κανένα χέρι δε γύριζε το ημερολόγιο; Αν δινόταν ελευθέρας και καθείς μπορούσε να επιλέξει για τον εαυτό του πότε θέλει να αλλάξει έτος!

Τι θα συνέβαινε αν κάποιος σου ‘λεγε πως μπορείς να παραμείνεις στο 2007 για όσο θες.

Πως εσύ θα αλλάζεις τη χρονιά για τη δική σου ζωή.

Πότε θα γυρνούσες τη σελίδα του ημερολογίου; Πότε θα έβαζες την ημερομηνία στο ρολόι μπροστά; Να δείξει 1η;

~

Και η δική μου ζωή ουσιαστικά τώρα που βρίσκεται; Στο 2007 ή έχει αλλάξει σκαλοπάτι;

Κύριε, κύριε, να μείνω μεταξεταστέα; Δεν πέρασα κι άσχημα το 2007. Γιατί να σπαταλήσω αυτή την ματαιόδοξη, αφελή, σχεδόν παιδική διάθεση κάθε που αλλάζει το έτος; Πως φέτος όλα θα είναι πιο…; Πως πέρασαν τα δύσκολα, τα αφήνουμε πίσω μας και βάζουμε πλώρη για άλλα, καλύτερα πραγματάκια;

Ή μήπως επειδή την έκανε το 2007, ό,τι μαλακία έβαλα στη ζωή μου μέχρι πριν από δύο μέρες παραγράφεται;

Είδα…

January 2nd, 2008

(Πηγή photo: spikeorama.com)

Ξέρεις πως ακούγεται το θρόισμα του νερού όταν είσαι κλεισμένος σε μια ψηλοτάβανη σπηλιά, ντυμένη με ιστούς, υγρασία και τόνους από σκοτάδι;

Άκουγα τις σταγόνες από τη βροχή της νύχτας, χτες, και νόμιζα ότι η ζελατίνα που φορούσα ραΐζει σε διάφορα σημεία. Μέσα από το κράνος συγκεκριμένοι ήχοι είχαν απομονωθεί πάνω στην άσφαλτο και στο τύμπανό μου χτύπαγε η βροχή, ο θόρυβος από το λάστιχο που τριβόταν στην πίσσα και η μηχανή που γουργούριζε, που “δονούνταν” όταν κατέβαζες ταχύτητα. Και οι υπόλοιπες αισθήσεις μου χτύπαγαν πάνω στο τζάμι και αεροδυναμικά έφευγαν. Πήγαιναν στον επόμενο αναβάτη. Πουθενά!

Είδα πολλά ασθενοφόρα. Άλλα βγαίναν από νοσοκομεία κι άλλα είχαν αναμμένα τον φάρο τους και κάλπαζαν με αγωνία. Είδα και πολλούς ανθρώπους να μιλάνε στα κινητά τους τηλέφωνα. Όλοι τους ήταν γεμάτοι γκριμάτσες, έντονους μορφασμούς που σχεδίαζαν νεύρα, ασχήμεια και γηρατειά στο δέρμα τους. Και μετά, μέσα σε ένα νοσοκομειακό είδα μια κιτρινομάλλα συνοδηγό, να μιλά στο τηλέφωνό της και το πρόσωπό της να γλυκαίνει. Και κατάλαβα πως δίνει και παίρνει ευχές από την οικογένειά της. Τη μάνα της που βρίσκεται κάπου μακριά, το κοριτσάκι της που την αποζητά… Το πράσινο μάτι μου έπεσε φευγαλέα πάνω της, διαπερνώντας την ψύχρα του παρμπρίζ, αλλά ήταν αρκετός ο χρόνος.

Χτες είδα όλα τα φώτα της πόλης να χορεύουν γύρω από έναν αριθμό: 2008.

Είδα την οικογένειά μου να θέλει και φέτος να με κάνει ευτυχισμένη.

Είδα και κάτι νευρικό, μα άδειο γύρω μου. Ανθρώπους να επισκέπτονται τους ορόφους και τα εμπορεύματα πολυκαταστημάτων, ένα θέαμα σχεδόν τρομακτικό και δρόμους, μεταμεσονύχτια, αδειανούς και μόνους. Λες και ο χρόνος έφυγε, άλλαξε σε κάποιο μυστικό καμαρίνι. Σε κάποιο από τα μπουγιόζικα δοκιμαστήρια. Λες και το 2008 μπήκε πατώντας στις μύτες των ποδιών του.