Archive for December, 2007

Game over!

December 11th, 2007

Πάμε…

Πριν από λίγες ώρες έκανα post comment στο blog ενός παλιού μου φίλου, κομίστα. Παλιός, καινούργιος, νυν, τι σημασία έχει… Το θέμα είναι ότι μου έβγαλε κάτι όμορφο η απόκρισή του και μου έφτιαξε και το κέφι. Κάτι που, τις τελευταίες μέρες, χρειάζομαι επειγόντως. Διότι… επιπλέω δεν επιπλέω.

Κοινώς τη βγάζω δεν τη βγάζω.

Την ψυχή των γύρω μου!

Ο τύπος λοιπόν, πάντα διακρινόταν για το περίεργο χιούμορ του. Ήταν και είναι δηλαδή (χτύπα ξύλο!!!), σαν το κεντρί ένα πράγμα. Ποτέ γελαδερό, απλόχερο, ζεστό, νορμάλ βρε αδελφέ, χιούμορ. Πάντα αρκετά καχύποπτο, εγωιστικό, σαρκαστικό απόλυτα, τόσο που σε έκανε να αισθάνεσαι ότι σε “τσεκάρει” κάθε φορά που γελά! Ας είναι. Κατά πολύ βάθος όμως, το παιδί είναι Ok. Καλό παιδί αυτό που λέμε. Mmmm περίπου!

Κι όσο λοιπόν, για να μην παρεκκλίνω, του απαντούσα στο ιστολόγιό του, προσπαθώντας να του δώσω τον αυτοσαρκασμό που απαιτούσε, έπιασα τον εαυτό μου να κάνει νάζια στο πληκτρολόγιο (!) και να νιαουρίζω. Κοινώς να παραπονιέμαι στο φάντασμά μου.

Με τι λοιπόν παραπονέθηκα τελευταίως. Εννοώντας, τις τελευταίες δύο ωρίτσες; Καλά είναι.

Ας το δούμε ρεαλιστικά το θέμα:

~ Παραπονέθηκα που έκανες τελείως νερουλές τις φακές. Θα ξαναμαγειρέψεις όμως, αλλιώς θα πεινάσουμε.

! Παραπονέθηκα που… τελικά αποφάσισα ότι δε θα μείνουμε μαζί… ΑΚΟΜΗ!!! Μη χαίρεσαι.

@ Χάλασε ο υπολογιστής στο σαλόνι που ήταν συνδεδεμένος με τις παναγιάς τα μάτια και δεν μπορούμε να ακούσουμε μουσική τσίτα. Τι να σου κάνει το ηχειάκι του pc άμα έχεις καλομάθει σε υψηλές δονήσεις : )

# Πρέπει κατεπειγόντως να πάω σπίτι μου και να αρχίσω να πακετάρω. ASAP. Αλλιώς δε θα μπορέσω να μπω στο καινούργιο σπίτι.

$ Ως εκ τούτου, δε θα είμαι μαζί σου τόσες ώρες.

% Που σημαίνει ότι θα έχεις άπειρο χρόνο να βγεις για καφέ με τους φίλους σου. Grrrrr. Ελπίζω να μη διαβάσει κανείς από αυτούς την blogosfaira σήμερα.

^ Παραπονέθηκα που δεν έχουμε γλυκό σπίτι. Είσαι απαράδεκτος. Δεν ήξερες ότι θα έρθω; Δεν έφυγα ποτέ, σωστά.

& Μας τελείωσαν τα ρεσώ. Και πως θα γράψω τώρα εγώ χωρίς κεριά; Ασυμβατότις.

* Οι γιορτές πλησιάζουν και η ζωή μας δεν έχει μπει ακόμη σε χαρωπά καλούπια. Μέχρι τις 15 Ιανουαρίου πρέπει να έχω αλλάξει στέγη. Αλλιώς με βλέπω στην Ομόνοια με κάνα άλλο στέγαστρο πάνω από το κεφάλι μου.

( Παραπονέθηκα επειδή τσάκισα δύο “ροξ”. Αυτά τα γλυκά με το τύπου σοκολατοειδές στο κέντρο; Ε, αυτό που δεν ξέρεις κι εσύ τι είναι. Μόνο να το αγοράζεις ξέρεις.

) Κι άμα παχύνω τι θα έχω να λέω; Ότι πάχυνα με… “ροξ”; Τρε μπανάλ. Τα οποία μάλιστα αγοράσαμε σε ένα παντοπωλείο κάπου στην Ηλιούπολη. Τουλάχιστον να τα είχα αγοράσει στα Εξάρχεια… πιο σικ. Καλά σκάω.

Και μετά τη μίνι αυτή εκτόνωση, λέω να προσκαλέσω να γράψουν για τι πράγμα παραπονέθηκαν ή γκρίνιαξαν -αν είναι άντρες!- τις τελευταίες ώρες, τους:

in situ, lexx, μάνα ρέιβερ, tis trellis, dreamerland, adonios, meneksedia

Ζωή… άναψε!

December 10th, 2007

Το βλέμμα σου στάθηκε μπροστά μου και με ρώτησες: “Τελικά θα μείνουμε μαζί; Θα συγκατοικήσουμε ή θα το αφήσουμε μέχρι να μας ξαναχτυπήσει την πόρτα από μόνο του;”. Μακάρι να ‘ξερα. Άγχος, πίεση. Γιατί όταν συμβαίνει κάτι τόσο όμορφο, πάντα κάποιος τοίχος να είναι έτοιμος να σε συνθλίψει;

Μόνο τελικά στον ύπνο απολαμβάνεις τελείως τη σιωπή και τις εικόνες, χωρίς σφυριά πάνω από το φωτοστέφανό σου; Μόνο όταν πέσεις στα σεντόνια δικαιούσαι να γευτείς εκείνο το κομμάτι του μανιταριού που τρώγεται; Ο ξύπνιος σε δηλητηριάζει πάντοτε; Σου ρίχνει με το σταγονόμετρο την πικρίλα που “πρέπει” να υπάρχει, για να εκτιμήσεις περισσότερο τα πλασματάκια που υφαίνουν τη μοίρα σου;

Δεν ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Δε θέλω να πρέπει να αποφασίσω εγώ!

Εσύ γιατί δεν το κυνηγάς, γιατί δεν το οργανώνεις, γιατί δεν το παίρνεις επάνω σου; Να κρατήσεις εσύ, τούτη τη φορά, το ζάρι. Να το γυρίσεις εσύ και να κάνεις εσύ τα βήματα πάνω στα νταμάκια. Και να διαπιστώσεις ποια είναι στέρεα και ποια παγίδες. Δεν είμαι εδώ. Απουσιάζω.

Άφησέ μου την απόφασή σου πάνω σε ροδοπέταλο γραμμένη. Κι ένα φιλί δίπλα της.

Θέλω γαμώτο. Να ‘ξερες πόσο. Μύριες στιγμές έχει τρυπώσει αυτή η επιθυμία στο φιλμάκι του μυαλού μου. Εσύ-εγώ σε ένα σπίτι, στο δικό μας χώρο, που θα τον κοσμήσουμε από την αρχή με τις ανάγκες και τις νοστιμιές μας, με τα καλούδια και τα αποκτήματά μας. Σε ένα σπίτι, δικό μας, που θα κατακτήσουμε κάθε σπιθαμή, κάθε γωνιά του. Κάνοντας έρωτα, ντύνοντας, βάζοντας, βάφοντας, κρεμώντας.

Όνειρα και πίνακες, στολίδια και αύρες.

Τι να κάνω, δεν ξέρω. Τι θέλει χρόνο, τι θέλει απλώς να το ακούσεις, τι θέλει αποφασιστικότητα, τι θέλει σοφία.

Λογική και συναίσθημα. Ποτέ δεν την συμπάθησα την ορθή σκέψη. Πάντα ήμουν βουτηγμένη στο γκάζι, πάντα ήμουν άνθρωπος των αισθήσεων. Πάντοτε ζούσα στις αντιδράσεις, στο χάσιμο, στην απόλυτη διαίσθηση κι αποπλάνηση του χώρου και του χρόνου. Κι όταν χρειαζόταν έφερνα τις πιο τετράγωνες και γρήγορες λύσεις. Ισορροπία στο χάος και τα άκρα μου.

Αλλά τώρα… Απλώς δεν ξέρω. Και δεν έχω χρόνο. Και η ζωή με πιέζει, τα σχέδιά μου, τα πλάνα μας.

Δε θέλω κεραυνούς. Και δε θέλω μιζέριασμα. Απλώς όσο φυσιολογικά ρέει το αίμα μου, τόσο απλά να γίνει η ανάγκη κίνηση. Ένας στρόβιλος που θα πάρει τα πινέλα, τα λάδια και τον καμβά και θα μεταμορφώσει το σκόρπισμα σε ζωντανή… ζωή. Έτοιμη να τη ζήσουμε. Έτοιμη να την πυρπολήσουμε!

fire

Πηγή: www.afropop.org

Γυμνή μπροστά σου

December 10th, 2007

Naked

Πηγή: galerieslunamoon.free.fr

Ήμουνα πάνω σου όλο το απόγευμα. Ασίγαστη ανάγκη. Αξέχαστη ικανοποίηση.

Πάνω στη μηχανή, πλαγιασμένοι και οι δυο, σχεδόν γλείφοντας την άσφαλτο στις στροφές του Καρέα. Περνώντας μέσα από τον αέρα, με τα κράνη σφιχτά στα κρανία. Η ζελατίνα κατεβασμένη και να ακούω σα μαστίγωμα καρδιάς, σα χτύπο δείκτη, σαν πάτημα τακουνιού τις στάλες. Μία-μία πάνω στα μάτια μου να σκάνε και να σχηματίζουν ακτίνες. Ρινίσματα από νερό και μετά κανονική βροχή. Με μήνη και απληστία να πέφτει πάνω στο δέρμα μου. Είχα μόλις βγάλει το κράνος και τα γάντια κι ετοιμαζόμασταν να περάσουμε την πόρτα.

Όσο ήμασταν με κόσμο, με φράσεις, μαχαιροπίρουνα και κρασί, αγγιζόμασταν κρυφά κάτω από το τραπέζι. Κοιταζόμασταν πονηρά και μιλάγαμε με τους μαγνήτες των επιθυμιών μας. Πλέκαμε τα δάχτυλα, ενώ θέλαμε να μπλέξουμε τις γλώσσες μας. Μπήγαμε τα νύχια μας στις παλάμες, ενώ θέλαμε να πονέσουμε ο ένας την ερεθισμένη, τραχειά επιφάνεια του άλλου.

Τα μυστικά μεγάλωναν όσο το στήθος μου δεν ένιωθε το δικό σου κι όσο τα μαλλιά μου δεν σέρνονταν πάνω στα πόδια σου, ανάμεσα στις κλειδώσεις σου. Και η υγρή πλάτη μου άφηνε την ηδονή να συσωρρεύεται στα λακάκια της μέσης.

Κι όταν έφτασε καλοδεχούμενη η νύχτα και γυρίσαμε στο σπίτι σου, δεν άντεξε το ένα κορμί τη θέα του άλλου. Μου πήρες το σακίδιο από τα χέρια και το πέταξες κάτω, μου έλυσες τα μαλλιά, με έγδυσες και με σήκωσες. Με κάθισες πάνω σου και μου ψιθύρισες με βία πόσο σου έλειψαν οι μυρωδιές και οι ήχοι μου.

~

Γιατί δε φεύγει ο έρωτας;

December 10th, 2007

Ναι είμαι ερωτευμένη. Και ναι, υπάρχουν στιγμές που με πονά. Αρκετές. Είχα καιρό να αιστανθώ έτσι. Το λαχταρούσα, το πεθυμούσα, το ζήλευα τριγύρω μου και μου το ευχόμουν. Και τώρα που το έχω, είναι φορές που με κάνει αλλόκοτη να φαίνομαι. Παράξενη, μελαγχολική, κυκλοθυμική που εγώ δεν είμαι… πια.

Έχω βάλει τόσο δυνατά Anathema στα αφτιά μου, που νομίζω ότι οι φλέβες μου θα σπάσουν. Έχω προλάβει μέσα σε μια βδομάδα να μυθοποιήσω το δίσκο τους, “Judgement”. Και τώρα, τελείως μοιραία το cd διαβάζει το “One last goodbye”. Ένα τελευταίο αντίο στην κανονική, αποστειρωμένη ζωή. Ίσως.

Το ‘θελα τόσο πολύ να σε έχω. Να σε αποκτήσω. Να σε φροντίσω και να δακρύσω μέσα σου. Το ήθελα να σε κοιτάζω και να γυαλίζει η εικόνα σου, να μου κάνει νάζια το βλέμμα σου και να γίνεσαι τόσο όμορφος κάθε φορά που σου λέω…

Γιατί δε δέχεσαι την παράνοια με την οποία έχει χρωματίσει το ουράνιο τόξο την ψυχή μου; Όσο εγώ προσπαθώ να ρουφήξω κάθε ζωντανό σου όνειρο, τόσο εσύ προσπαθείς να μου δείξεις ότι μπορείς και χωρίς εμένα. Έτσι. Απλώς. Για να είσαι cool. Συμβατός με το παρελθόν ίσως. Ενώ εγώ, έχω σπάσει κάθε καθρέφτη του πριν. Έχω ανατρέψει όση ζωή, όσο τσαμπουκά κι όλα τα εφήμερα του παρελθόντος μου.

Μου είχες πει πως… δε θα ξανακοιμηθούμε χώρια, μαλωμένοι, μακριά, ανέγγιχτοι. Ότι δε θα άφηνες οποιονδήποτε εφιάλτη του ξύπνιου να χωρίσει τα σώματά μας. Πως πάντα θα με αγκάλιαζες ελάχιστα καρέ πριν κλείσεις τα μάτια για ταξίδι βελούδινο. Κι απόψε δεν το ‘κανες.

Και με κάνεις να επισκέπτομαι σκοτεινές ομπρέλες της φαντασίας μου. Να κοιμηθώ μόνη; Να φύγω; Να τρέξω; Να αποκοπώ; Να σπάσω τη μορφή σου;

Να ξεριζώσω τον έρωτα; Εσύ πότε ερωτεύτηκες τελευταία φορά; Και πόσο σε πόνεσε; Όχι όταν χώρισες. Όταν ήσουν καλά!!!

Τι να πιστέψω; Δε θέλω μαγείες και υποσχέσεις. Δε θέλω κρυφτό κι ασφάλεια. Θέλω ένα μπουκάλι γυμνό. Θέλω έναν έρωτα με αρχή. Θέλω να με αγγίξεις και το χέρι σου να μην κουνηθεί ούτε εκατοστό. Θέλω να μου πεις τι ξέρεις, όχι τι φοβάσαι. Γιατί κι εγώ φοβάμαι.

Αλλά ενώ εσύ δείχνεις πως μπορείς, πως ξέρεις να είσαι άντρας, τελικά εσύ φοβάσαι περισσότερο. Θες να μείνεις μόνος; Και τότε ποιος θα γράψει για σένα;

mermaid

Πηγή: galerieslunamoon.free.fr

Φοράνε φακούς επαφής οι γάτες;

December 10th, 2007

Το γατί τρελαμένο. Κυνηγά τον δείκτη του mouse πάνω στην οθόνη. Πέντε λεπτά, δέκα… Επιληψία παθαίνουν τα ζώα από παρατεταμένη χρήση video games; Το βλέπω και ζαλίζομαι εγώ. “Γατούλι δε γίνεται έτσι. Δεν μπορώ να παίξω Star Wars Empire at War” σκούζεις από δίπλα. Ναι, νομίζεις ότι χέστηκε το γατί αν ο Νταρθ Βέιντερ ή ο Λουκ Σκάιουοκερ κατάστρεψαν ο ένας το στόλο του άλλου. Το μόνο που θέλει εκείνη, είναι να πάψεις να σέρνεις αυτό το άσπρο pointer στην οθόνη μπροστά της. Δεξιά-αριστερά, διαγωνίως, κάτω, παραδίπλα.

Κι όσο σε βλέπω να παίζεις ατάραχος τη βλακεία σου με τα διαστημόπλοια, τα εκατομμύρια αστέρια, τις εκρήξεις, τους διαστημικούς σταθμούς και τους στόχους που άλλοτε γίνονται κόκκινοι κι άλλοτε πράσινοι, τόσο διαολίζομαι. Είναι δυνατόν ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος να ασχολείται με… μπούρδες; Μπουμ, μπουμ κι άγιος ο  θεός. Ένα ανούσιο πράγμα, που τελικά ακόμη κι εσύ μετά το σαραντάλεπτο, το βαριέσαι φρικτά. Να σου δώσω τουλάχιστον ένα από τα adventures μου, να το απολαύσεις. Να ‘χει και νόημα. Να εξερευνήσεις, να ανακαλύψεις, να μαζέψεις αντικείμενα, να τα ενώσεις και να τα χρησιμοποιήσεις. Ναι, ναι, κορόιδευε. Το ξέρω ότι έχει χρόνια να βγει καλό adventure. Είναι για τους λίγους. Για όσους έχουν υπομονή. Γι’αυτό κι εγώ τα αγοράζω μαζεμένα, ώστε να έχω να παίζω, γιατί βαριέμαι κι εύκολα. Και γιατί άμα αρχίσω ένα παιχνίδι που αξίζει, δεν κοιμάμαι μέχρι να το τελειώσω. Τρεις μέρες maximum. CSI θες;

Συγνώμη παρασύρθηκα. Δε θα πονέσουν τα μάτια της γάτας μετά από τόσο στενή παρακολούθηση; Έχει κολλήσει τη μουσούδα της στην οθόνη και νομίζω ότι θα λιποθυμήσει. Κι άμα χαλάσουν τα ματάκια της; Γυαλιά φοράνε οι γάτες; Δε νομίζω ε; Εμ, φακούς επαφής ίσως; Έλα δεν είναι τόσο τρελό πια.

Μάλιστα. Τώρα περάσαμε στα αθλητικά. Έχεις ανοίξει το site του sport fm και διαβάζεις. Τον ήπιε ο Άρης. Γκούχου γκούχου. Είναι και η μόνη ομάδα που σε πονάει. Όχι, να χαρείς. Μη μου ανοίξεις ξημερώματα συζήτηση για μπάλα. Είτε είναι του μπάσκετ είτε του ποδοσφαίρου, ποσώς με ενδιαφέρει.

Το βαριέσαι ΚΑΙ αυτό μετά από κάνα 5λεπτο. Κι αφού ξαπλάρεις άνετος-άνετος στον καναπέ, βάζεις Mega. Τι να ‘ναι αυτό, σειρά ή ταινία; Με σειρά μοιάζει. Και με αυτή θα κλείσουν πολύ γρήγορα νομίζω τα μάτια σου και η ανάσα σου θα βαρύνει.

Θα σε παλέψω αύριο.

Σταμάτα τις σταγόνες!

December 9th, 2007

Είμαι εγκλωβισμένη σ’ένα σπίτι κάπου στην Ηλιούπολη. Με το laptop στα γόνατα, μαγκώνω τα πλήκτρα και που και που ρίχνω μια κλεφτή ματιά έξω. Σχεδόν σκηνικό από ταινία θυμίζει ό,τι συμβαίνει μπροστά στο τζάμι. Λες και δεκάδες τεχνικοί σκαρφαλωμένοι πάνω σε θεόρατες σκάλες, ρίχνουν νερό με τις μάνικες, την ώρα που άλλοι βάζουν σε λειτουργία πελώριους ανεμιστήρες.

Είμαι στη γη ή στη θάλασσα μέσα; Βεντάλιες από χοντρές σταγόνες λικνίζονται με έντονο τέμπο μπροστά στα μάτια μου, σα φτερά δράκου, σα βλέφαρα. Κι ο θόρυβος αυτός… Δεν είναι απλώς ο ήχος της βροχής. Είναι κάτι πολύ πιο απειλητικό. Ένα σταθερό μαστίγωμα. Λες και κάτι από τη φύση έρχεται με ορμή να σε πνίξει, να σε ταρακουνήσει, να εισβάλλει στη σφαίρα της ασφάλειάς σου.

Έχω αφήσει κάποιο παράθυρο ανοιχτό σπίτι μου; Προσπαθώ να θυμηθώ. Προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου τις τελευταίες κινήσεις που έκανα πριν φύγω. Έσβησα φώτα, πήρα κλειδιά, κλείδωσα. Τα παράθυρα; Εκείνο που δεν κλείνει καλά, στην κουζίνα, το έσφιξα με το μάνταλο ή θα τσαλαβουτά μπρος-πίσω από τον αέρα τόσες ώρες που λείπω;

Τι να κάνω τώρα; Δεν μπορώ να κάνω και τίποτα. Ας κοιτάξω στο meteο να ενημερωθώ τουλάχιστον για τον καιρό αύριο. Θέλω να βγω για φαγητό το μεσημέρι Χαλάνδρι. Να μαζέψω εντυπώσεις. Λέω να πάω από τη “Σουζάνα”, το ανατολίτικο εστιατόριο με τα σούπερ κεφτεδάκια και τα πουγκιά ζυμαρικών γεμισμένα με κιμά. Και το απόγευμα καμιά βολίτσα να μετρήσω ανθρώπινες παρουσίες. Ίσως Εξάρχεια.

Ποιος κύκλωπας θύμωσε τόσο κι αναποδογύρισε τη φωτιά και τη μοίρα; Ακούω γύρω μου τόνους νερού. Σε όποιο δωμάτιο κι αν προσπαθώ να κρυφτώ από τους ήχους, η διάφανη ουσία καταβρέχει τοίχους και σκέπαστρα, πατζούρια και πόρτες. Κι αν καταφέρει να γλιστρίσει μέσα, να συρθεί μπρος στα πόδια μου;

Μου προτείνεις ένα φλιτζάνι τσάι. Τι να το κάνω καημένε; Τον ήχο! Αυτόν, μπορείς να τον κλείσεις; Να σταματήσεις τη θεομηνία που αισθάνομαι να με παίρνει μαζί της, κοντά της; Δε θα φύγω, θα κοιμηθώ εδώ απόψε. Στην μπανιέρα! Πάνω σε κουβέρτες και κουρελούδες. Θα αυτοσχεδιάσουμε τσιγγάνικα.  Μόνο σταμάτα το θρόισμα. Τη μήνη του Ουρανού.

Περπατώ εις το δάσος…

December 9th, 2007

… όταν τα φώτα μέσα στις κουφάλες των δέντρων είναι αναμμένα. Η ίδια πορεία κάθε μέρα.

Ξεκινώ με το καλαθάκι μου περασμένο στο μπράτσο. Σκεπασμένο με το καρέ τραπεζομάντιλο και γεμάτο μανιτάρια. Καταπράσινα, γυαλισμένα λουστρίνια στα πόδια, μαύρο φορεματάκι του κουτιού και γυαλιά ηλίου για να μη φαίνομαι. Να μη διαβάζονται τα μάτια μου. Γαντάκια λευκά κι όταν ο ήλιος έχει τσακωθεί με τη σελήνη, δαντελωτή ομπρελίτσα για το χλωμό το πρόσωπο. Το ίδιο ντύσιμο κάθε μέρα.

Ακολουθώ το μονοπάτι που στρίβει στη βελανιδιά, που ανηφορίζει δίπλα από το ξύλινο σπιτάκι των πουλιών, που καταλήγει στην καταπράσινη λίμνη. Ξαποσταίνω και ρίχνω την πετονιά μου. Χρειάζομαι τα ψάρια για να καλοπιάσω την αρκούδα και να μπορέσω να διασχίσω το πυκνό δάσος. Η ίδια διαδικασία κάθε μέρα.

Μαζεύω όσα περισσότερα λουλούδια και φυλλαράκια μπορώ. Και φτιάχνω πολλές παγίδες για τους νάνους που ξέρω ότι κάπου εδώ κρύβονται και με παρακολουθούν. Μοιράζω την καλημέρα μου σε ισόποσα κομμάτια για όλες τις πεταλούδες του περάσματος. Και περιμένω υπομονετικά στο ξέφωτο, μέχρι να ταϊστούν οι πυγολαμπίδες και να με περάσουν πάνω από τη γέφυρα χωρίς σκαλωσιές. Τα ίδια καλοπιάσματα, φιλιά κι έχθρες κάθε μέρα.

Μέσα στο δάσος αρχινάω τη δουλειά μου. Βγάζω τα παπουτσάκια και το φόρεμα, τα γυαλιά και γαντάκια και χτενίζω τα μαλλιά μου. Αφήνω τις μικροσκοπικές χελώνες του γρασιδιού να με τυλίξουν με σεντόνια και πέταλα και να με φιλέψουν μέλι, ζάχαρη από νούφαρα και πηχτή ρετσίνα. Οι ίδιες γεύσεις κάθε μέρα.

Κάποια στιγμή με παίρνει ο ύπνος δίπλα στο συντριβάνι του μάγου. Ονειρεύομαι πως διέσχισα το δάσος της ζωής, πως έκανα μπάνιο στη λίμνη των χρυσόψαρων, πως ντύθηκα με τα ομορφότερα στολίδια των ρόδων, πως με κάνανε παρέα τα σκιουράκια της γέρικης αλλά αιωνόβιας βελανιδιάς. Ίδιες λέξεις, ίδιες επιθυμίες, ίδιος χρόνος.

Να σου δώσω τα ρούχα μου, τα χτενάκια και τα λουστρίνια μου; Να σου χαρίσω την ομπρέλα και το φυλαχτό μου; Να σου αφήσω εδώ να, δίπλα στη ρίζα σου, τα γαντάκια και τη φαντασία μου; Θα με περάσεις επιτέλους μέσα από το δάσος του παρόντος; Θα με πας πέρα από αυτό που ξέρω; Μακριά από αυτό που φοβάμαι;

Άναψε τα φώτα και πρόσφερέ μου την επόμενη ζωή. Χωρίς να με σκοτώσεις. Θέλω παραπάνω. Θέλω ομορφιά ξανά.

πλάσμα

Πηγή: www.selinafenech.com

Κρατώ τη νύχτα

December 9th, 2007

Πόσοι άγγελοι χρειάζονται για να σηκώσουν τη δική σου την ψυχή; Έχεις “δει” περπατώντας μόνος ξημερώματα σε κάποιο σκοτεινό και ανήμερο δρόμο, πως τα γύρω σου ζωντανεύουν; Κι αντί να φοβάσαι, εσύ αισθάνεσαι να σε αγκαλιάζει το πλακόστρωτο κι ο αέρας, οι λαμπτήρες και τα λιγοστά φύλλα; Νιώθεις να γίνεσαι ένα με τις νυχτερινές, προχωρημένες φοβίες και να τις μετουσιώνεις σε δύναμη;

Πώς να εμπνευστείς από μια εικόνα, ασπρόμαυρη μορφή με φτερά κύκνου κι αετού μαζί, μαλλιά μακριά που χαϊδεύουν το πάτωμα, το όριο. Κουλουριασμένη γύρω από την αύρα της, κρύβοντας ελαφρώς το γυμνό της στήθος, κρατώντας ένα λουλούδι και κοιτάζοντας το καθρέφτισμα.

angel

Πηγή: www.selinafeneh.com

Έτσι είμαι κι εγώ τις νύχτες μου. Κυρτή, κρύβω τις αμυχές κι αφήνω τα όνειρα να φυτρώσουν και πάλι στην πλάτη μου. Κρατώ το νόμισμα της μέρας που πέρασε. Κάλπικο. Ξύλινο; Ή τσίγκινο; Έχω αφημένα τα μαλλιά να γλείφουν τα δάχτυλα των ποδιών μου, να με γαργαλάνε και κοιτάζω τον πάτο αυτού του πηγαδιού. Την αντανάκλαση των άστρων που πάνω στην επιφάνεια του νερού ενώνουν τις ουρίτσες τους και γίνονται ένα παιχνίδισμα από διαμαντάκια.

Καλωσόρισέ με στον κόσμο και σκέπασέ με με τους μύες του ζεστού σου κορμιού.

Don’t panic pls…

December 8th, 2007

our cats!

Συστηνόμαστε: Εξ αριστερών “Ματάκι”, εκ δεξιών “Κουβαράκι”. Και τώρα τι κατάλαβες που τις “ανέβασα”; Ε;!

Δεν είπε κανείς ότι είναι όμορφες, εντάξει; ~

Μην αφήνεις τις στιγμές να σε λερώσουν

December 8th, 2007

Μπουουουουου… Υπάρχουν στιγμές που βυθίζομαι τόσο πολύ μέσα μου, ώστε κι εγώ η ίδια τρομάζω. Νιώθω ένα χέρι να ξεπροβάλλει από τα αόρατα σωθικά μου, να σκαρφαλώνει μέχρι το κεφάλι μου και να τραβά έναν-έναν τους πόρους μου. Μέχρι το έξω να μπει μέσα. Μέχρι το έξω να γίνει μέσα. Μέχρι να αρχίσουν να χύνονται εσωτερικά δάκρυα, αίμα, φλέβες, πόνος, παρελθόν, στάχτες, χώμα, πρόσωπα, χαμόγελα, μάτια, αγγίγματα, λέξεις, κι άλλες λέξεις…

Πολλή θλίψη, πολλές άγκυρες, σχετικές ενοχές, κραυγές.

Μύριες σκέψεις. Σκέψεις στιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη. Σκέψεις που ίπτανται, που βυθίζονται, που βρέχονται, που λιάζονται.

Μπλοκάρουν τη θέα, το φως, την οπτική, το σκηνικό. Αναδεικνύουν αλήθειες, ένστικτα, αισθήσεις, υποσυνείδητα.

Μια φορά στο τόσο, συνήθως με αφορμή κάποιον ανύπαρκτο, ασήμαντο, μαύρο άνθρωπο, γυρνώ σπίτι και ξέρω εκ των προτέρων το μέγεθος και τις αποχρώσεις του ιριδίζοντα ωκεανού που θα απλωθεί γύρω μου, για τις επόμενες ώρες.

Θα ανοίξω ένα μπουκάλι κρασί να αναπνεύσει, προετοιμάζοντας το χρώμα και τους χυμούς του για τη βαθιά ζαλάδα που θα μου χαρίσουν. Θα ανάψω λευκά κι έγχρωμα κεριά, σκεπάζοντας όποια επιφάνεια δεν έχει υπόσταση κι ενέργεια, ντύνοντας έτσι το χώρο. Θα βάψω με μολύβι τα μάτια και τα χείλη μου, ώστε σε όποιο τζάμι κοιταχτώ να δω τη μορφή μου. Θα τραβήξω πίσω τα μαλλιά μου και θα φορέσω με περισσή προσοχή τα ακουστικά, χώνοντας ήχους μοναστηριακούς, ήχους μεταλλικούς, οξείς, αέρινους, υπόγειους στην ψυχή μου.

Και μετά θα αρχίσει η βύθιση, η ύπνωση του συνειδητού μου.

Του έξω, του τώρα, του έχω, του είμαι.

Θα κάνω το μεγαλύτερο μακροβούτι, έχοντας τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Και θα δω ό,τι με πόνεσε ως σήμερα, ό,τι ξέχασα γλιστρώντας πάνω στη ζωή, ό,τι τοποθέτησα στο συρτάρι για να μη χαθώ με το βάρος του, ό,τι έριξα στον αέρα επειδή βίασε και κατάπιε τις αισθήσεις μου, ό,τι χρωμάτισε εφιάλτες της μέρας και της νύχτας.

Και θα ξαναζωντανέψω ντυμένη με καπνούς και στάλες, αφού η τελετουργία μου με κάνει λευκή για ακόμη μια εποχή.

Ώστε να αντέξω όλες εκείνες τις δαχτυλιές, τις πατημασιές και τα φλας.

Και τις νεράιδες που παίζουν με τις χορδές μου.

νεράιδα

Πηγή: www.eso-garden.com

« Prev - Next »